MySpace
myspace music


Kristi Stassinopoulou



Last Updated: 12/21/2009

Send Message
Instant Message
Email to a Friend
Subscribe

Status: Single
Country: GR
Signup Date: 2/9/2007

Blog Archive
[Older      Newer]
 /  / 
Friday, November 13, 2009 

Category: Blogging

Γκοα-σκόπιο συνέχεια

Τα κοράκια (Νοέμβριος 2007)

 

Ξαναρχίζω να γράφω, ενώ πάνω από το κεφάλι μου γίνεται μεγάλος σαματάς. Είναι τα κοράκια που πετάνε και κρώζουν αναστατωμένα, καθώς τα τεράστια φύλα των φοινικόδεντρων κουνιούνται πέρα δώθε από τον άνεμο της θάλασσας που άρχισε να δυναμώνει. Μεσημεριάζει και ο σαματάς από ψηλά μεταφέρεται εντός μου. Μού έρχονται στον νου τα καλοκαιρινά μελτέμια του Αιγαίου. Ο άνεμος έχει και εδώ την ίδια συμπεριφορά. Κάθε μεσημέρι δυναμώνει και σε δροσίζει και κάνει τα δέντρα και τα υφάσματα να κουνιούνται θεαματικά.

Πίσω από τον τοίχο ακούγονται οι ήχοι του χωριού. Οι φωνές των γυναικών γύρω από το πηγάδι και των παιδιών που έρχονται από το σχολείο πιασμένα χέρι χέρι. Των πλανόδιων μικροπωλητών που περνάνε κάθε τόσο με τα εμπορεύματα τους ισορροπημένα σε τεράστιους μπόγους πάνω στο κεφάλι ή στα καλάθια των ποδηλάτων τους. Φωνές ένρινες και κάπως λαρυγγικές. Στην τοπική γλώσσα konkani διαφημίζουν το ψωμί, τα ψάρια, καραμέλες ή παγωτά, στρώματα, μαξιλάρια, υφάσματα, εργαλεία, κατσαρολικά όλων των ειδών, πολύχρωμες πλαστικές στάμνες νερού. Ήχοι τόσο διαφορετικοί από αυτούς που έχουμε συνηθίσει να ακούμε στην Ευρώπη του 21ου αιώνα, αλλά που με πάνε κατευθείαν πίσω, στα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα και ακόμα περισσότερο στην Καλαμάτα, την πατρίδα του πατέρα μου, όπου περνούσαμε τα καλοκαίρια και τις γιορτές. Νάτο όμως και πάλι το άχρηστο συναίσθημα της νοσταλγίας…

            Γιατί τώρα βρίσκομαι εδώ. Σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό στην Νότιο Ινδία και κοντεύει κιόλας να τελειώσει η χρονιά του 2007. Και ταλαντεύομαι ανάμεσα στην επιθυμία να βγω έξω από την αυλή μας και να περπατήσω στα χωματένια στενοσόκακα του χωριού ανάμεσα στις περιφερόμενες αγελάδες με τις μυτερές καμπούρες, τα σκυλιά, τα γουρούνια, τις κότες, τα παιδάκια, τις γυναίκες με τα πολύχρωμα σάρι και τα φουστάνια παντζάμπι, ή να παραμείνω καθιστή στην πολυεθνική, άσπρη πλαστική, καρέκλα και να συνεχίσω να γράφω. Να ξεφορτώσω όλα αυτά που με πλημμυρίζουν κάθε φορά που ερχόμαστε εδώ: μυρουδιές, ήχους, εικόνες, μουσικές, συναισθήματα, σκέψεις, γνώσεις, γνωριμίες, πληροφορίες. Να αφηγηθώ για τον ωκεανό, για το φοινικόδασος, για το χωριό και τους κατοίκους του. Για τους ψαράδες, για τους ξένους ταξιδευτές και αναζητητές που μαζεύονται ή απλώς περνάνε από δω.

 Γοητευμένη. Ερωτευμένη για άλλη μια φορά με έναν τόπο, ξανάρχισα να γράφω, με αφορμή… τα κοράκια, που οι βραχνές λαλιές τους υφαίνουν το μόνιμο σάουντρακ ολόκληρης της Ινδικής χερσονήσου.

 

Είναι άσχημα και αντιπαθητικά τα κατάμαυρα και μεγάλα αυτά πετούμενα, που μοιάζουν με ιπτάμενους ποντικούς. Περπατούν και πηδάνε με βήματα άγαρμπα και ατσούμπαλα, σαν κουτσά, σαν πληγωμένα. Σε γυροφέρνουν με θράσος και σε παραμονεύουν παρατηρώντας σε με πλάγιο βλέμμα, ώστε στην πρώτη ευκαιρία να κλέψουν κάτι από σένα, χρήσιμο ή άχρηστο. Όσο τα διώχνεις τόσο αυτά ξανάρχονται, δείχνοντας σου καθαρά ότι δεν σε φοβούνται, δεν τα νοιάζει. Είναι σίγουρα, ότι ως ανθρώπινο όν, κάτι θα πετάξεις πίσω σου, κάτι θα αφήσεις που μπορούν να το φάνε ή απλά να το πάρουν. Κάθε σκουπίδι, κάθε ψοφίμι, κάθε βρώμικο τραπεζομάντιλο, είναι ότι καλύτερο για τα αχόρταγα κοράκια. Έτσι κάπως καθαρίζονται άλλωστε και τα περισσότερα τραπεζομάντιλα των υπαίθριων εστιατορίων σε αυτόν εδώ τον τόπο.  Μόλις αδειάσει ένα τραπέζι από τους ανθρώπους, τα κοράκια μαζεύονται και τρώνε τα ψίχουλα και ότι αποφάγια είναι σκορπισμένα πάνω στο τραπεζομάντιλο. Αυτοί  λοιπόν, οι πολύτιμοι και ακούραστοι οδοκαθαριστές, τα άσχημα αλλά χρήσιμα τελικά πουλιά, με έκαναν σήμερα να ανοίξω το τετράδιο με τα μουσικά μου μαθήματα και στις τελευταίες του σελίδες να αρχίσω και πάλι να γράφω.

           

Όμως μόλις ήρθε εδώ ο Dimish, ο δεκαπεντάχρονος που προσέχει τα τέσσερα νοικιαζόμενα δωμάτια. Πότε πότε σκουπίζει την αυλή με εκείνη την χαρακτηριστική σκούπα της Ινδίας, φτιαγμένη από ένα δεμένο δεμάτι μακρόστενα κλαδιά. Σκόρπισε γύρω γύρω τη σκόνη και τα σκουπίδια, αλλάζοντας τους απλώς θέση πάνω στο τσιμεντένιο πλάτωμα, άφησε την σκούπα και τώρα έκατσε απέναντί μου στην δική του πλαστική καρέκλα και με κοιτάει αυθόρμητα και αθώα, όλο θαυμασμό και περιέργεια. Όπου να ναι θα πλησιάσει και με συστολή θα αρχίσει να με ρωτάει για τον κόσμο πέρα από τις Ινδίες, για την μουσική που παίζουμε, για τα όργανα που έχουμε φέρει μαζί μας. Όπως κάθε μέρα θα ζητήσει να παίξει λίγο με το λαούτο, να ακούσει τον ήχο του, ή να τού παίξουμε εμείς και πάλι κάποιο τραγούδι ελληνικό και επ’ ευκαιρία να του εξηγήσουμε για άλλη μια φορά από ποια χώρα ερχόμαστε.

Μας έχει ρωτήσει αρκετές φορές και κάθε φορά του απαντάμε: “We are Greeks. From ....Greece....”. Φαίνεται ότι μετά το ξεχνά. Ή ότι κάτι τον μπερδεύει, δεν την ξέρει μάλλον αυτήν την χώρα. Μας το είπε και ο Εγγλέζος γείτονάς μας ο Nick που ζει εδώ και τριάντα χρόνια στη Κατμαντού και κατεβαίνει στη Γκόα κάθε χειμώνα . Ότι όταν είχε ρωτήσει τον Dimish από πού είμαστε, εκείνος τους απάντησε με το γνωστό πλατύ χαμόγελό του και με απόλυτη σιγουριά: «Kristi and Stathis? Τhey are from Switzerland».

..Switzerland..; Πού του ήρθε; Τι σχέση μπορεί να έχει η Ελβετία με την Ελλάδα; Πώς να λέγονται άραγε αυτές οι δύο χώρες στην γλώσσα konkani; Μήπως μοιάζει η ονομασία τους και τις μπέρδεψε; Γιατί στο καλό δεν εννοεί να καταλάβει ο Dimish ότι είμαστε «Greeks», «from ....Greece....». «..Greece.., in the south-east edge of Europe», «..Greece.., in the Mediterranean Sea», «..Greece.., very near to ..Asia..». «....Greece...., where Alexander the great came from” ούτε αυτό το ήξερε και μην ψήνεστεΤίποτα... Μέχρι και… «Olympic Games 2004» του αναφέραμε, προκειμένου να το συνειδητοποιήσει ότι από εκείνη την πόλη, από εκείνη την χώρα ερχόμαστε. Δεν έδειξε να κατάλαβε ποτέ. Παρά μας κοίταγε με το γνωστό, παιχνιδιάρικο βλέμμα, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι σαν κόμπρα, όπως το συνηθίζουν οι Ινδοί.

 Και ήρθε ο καιρός να φύγουμε. Και κει που χαζεύαμε τα διαβατήριά μας περιμένοντας στην ουρά του αεροδρόμιου, διαβάζουμε: «Country of origin: Hellas, Nationality: Hellenic». Το Greece, δεν υπάρχει πια πουθενά γραμμένο πάνω στα διαβατήρια. Αυτό ήταν λοιπόν που μπέρδευε τον Dimish και δεν έδειχνε να καταλαβαίνει από ποια χώρα ήμασταν. Δεν μας ήθελε … Γραικούς. Μας ήθελε κι αυτός απ’ ευθείας απόγονους των αρχαίων Ελλήνων, κι ας μην ήξερε καν ποιοι ήταν αυτοί, κι ας μπέρδευε και λίγο την Ελλάδα με την… Ελβετία.

 

 

(Νοέμβριος 2009)

Ξαναδιαβάζω αυτά που έγραφα στην πλαστική καρέκλα του Vashu τέτοια εποχή πριν από δυο χρόνια και νοσταλγώ τις φωνές των κορακιών. Γιατί άραγε μας εμπόδισαν φέτος τα πράγματα να ξανακούσω το αγαπημένο μου σάουντρακ; Περιδιαβαίνω στο διαδίκτυο να βρω νέα για τους 60 αγνοούμενους ψαράδες που τους ψάχνουν στον ωκεανό με ελικόπτερα και ναυαγοσωστικά, μετά από τον φοβερό κυκλώνα που έπληξε τις παραθαλάσσιες περιοχές της επαρχίας της Γκόα πριν από δυο μέρες… νωρίς τα χαράματα, την ώρα που… θα φτάναμε εκεί.

Εδώ δεν γράφτηκε βέβαια τίποτα. Ποιος ασχολείται με ένα ακόμα τοπικό κυκλώνα που έπνιξε κάμποσους Ινδούς στην άλλη άκρη του κόσμου; Ή μήπως θα ασχολιόμουν εγώ… αν δεν τύχαινε παρά λίγο να βρισκόμασταν εκεί μαζί με τον Στάθη. Κάθε εμπόδιο για καλό; Η γνωστή, σοφή φράση παρηγοριάς… Εγωιστικό όμως. Στέλνω μέιλ σε όλους τους «δικούς μας» εκεί κάτω. Είναι όλοι καλά ευτυχώς. Ο κυκλώνας λέει χτύπησε πιο πολύ στα νότια. Στη βόρεια ακτή, ανέβηκε μονάχα η θάλασσα ως τα δέντρα και έβρεξε και τρόμαξε τους λιγοστούς αυτήν την εποχή τουρίστες που κοιμόντουσαν ανέμελοι και ευτυχισμένοι στα παραλιακά huts.

 

 

συνεχίζεται…

Saturday, October 24, 2009 

Category: Blogging

Ιστορίες του Αιγαίου

 

Στου Γκαγκάρη

 

Στην δυτική άκρη της Σ…ου, απέναντι από την μυτερή κορφή της Αγίας Μαρίνας  με το μικρό εκκλησάκι που ασπρίζει στην άκρη του βράχου, βρίσκεται μια ακόμα πιο απόκρημνη κορφή που την λένε ο Γκαγκάρης. Την βγάλανε έτσι την εποχή του αστροναύτη Gagarin, επειδή το σχήμα της θυμίζει διαστημόπλοιο και η θέα από κει πάνω είναι λένε, σαν να βρίσκεσαι στο διάστημα. Μόνο κάποιοι παλιοί βοσκοί έχουν μπορέσει να περάσουν το στενό και επικίνδυνο βράχινο διάσελο που ενώνει τις δύο κορφές και να φτάσουν ως εκεί. Κανένας άλλος δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι του «στου Γκαγκάρη».

Μέχρι και ο έμπειρος στα κατσάβραχα και στα σκαρφαλώματα γερό- Κωσταντής, ο τελευταίος από τους βοσκούς της παλιάς γενιάς του νησιού,  καθώς κατέβαινε λέει από του Γκαγκάρη μια μέρα «φρούδιασε», φοβήθηκε δηλαδή τόσο πολύ, που σταμάτησε και από τον τρόμο του δεν μπορούσε να κάνει μήτε μπρος μήτε πίσω. Σκιάχτηκε. Μπερδεύτηκε. Έχασε το πάνω και το κάτω. Έμεινε στάσιμος και τρομοκρατημένος ανάμεσα ουρανού και γης.

 Εκατοντάδες μέτρα από κάτω άφριζε το Αιγαίο. Από πάνω ο ήλιος έκαιγε. Ήταν μεσημέρι και κατακαλόκαιρο, το μελτέμι μόλις άρχιζε, τα θυμάρια ήταν ξερά και μοσχομύριζαν. Από το δυνατό φως, τη ζέστη, τις μυρουδιές ο γερο-Κωσταντής ξέχασε που βρισκόταν και προς τα πού έπρεπε να πάει. Τα ρούχα που φορούσε, χοντρά για την εποχή κατά τη συνήθεια όλων των παλιών βοσκών, τον βάραιναν όλο και περισσότερο, καθώς κρεμόταν ακίνητος και καταϊδρωμένος ανάμεσα στα απότομα βράχια.  

Ύψωσε το απελπισμένο βλέμμα του στο απέναντι βουνό κι εκεί, σκαρφαλωμένο στη βόρεια κατεβασιά, αντίκρισε το εκκλησάκι του Άγιου Αντώνιου, το γνώριμό του άσπρο σημαδάκι που τον βοηθούσε να βρει το δρόμο του ως την στάνη τις νύχτες χωρίς φεγγάρι.

Εκείνη την ώρα λοιπόν, όπως διηγούταν κατόπιν ο γερο-Κωσταντής, με το που αντίκρισε το νυχτερινό του σημάδι να λάμπει στο φως του μεσημεριάτικου, καλοκαιρινού ήλιου αναθάρρησε. Τότε ήταν που ο ίδιος ο Άγιος Αντώνιος εμφανίστηκε λέει ολοζώντανος μπροστά του και άρχισε να του μιλά και να τον καθοδηγεί για το πώς να συνεχίσει να περπατά πάνω στο απόκρημνο διάσελο με θάρρος και με πίστη. 

Ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα πάνω από το χάος αργά και προσεκτικά, δοκιμάζοντας αυτήν την πίστη του. Συγχρόνως  δοκίμαζε… ευτυχώς και την κάθε πέτρα που πατούσε. Κι έτσι, περπατώντας σιγά σιγά, χωρίς να κοιτάει μήτε δεξιά μήτε αριστερά, με το βλέμμα καρφωμένο στο ασπράκι της εκκλησίτσας απέναντι και συνομιλώντας  με τον σωτήρα του τον Άγιο, κατάφερε τελικά να ξεπεράσει το επικίνδυνο εκείνο σημείο και το «φρούδιασμα» και να φτάσει ασφαλής στη δροσερή σκιά της στάνης του, στα κατσίκια και τη τσαμπούνα του.

Δεν ξέρουμε αν από τότε και μετά ξανανέβηκε ποτέ ο γέρο Κωνσταντής στου Γκαγκάρη. Πήγε όμως στο εκκλησάκι του Άγιου Αντώνη και άναψε, λέει, ένα κερί και συνεχίζει να κάνει το ίδιο κάθε χρόνο, όταν έρχεται εκείνη η μέρα.

 

Την ιστορία αυτή μας τη διηγήθηκε ο φίλος μας ο Πέτρος, που ξέρει να διηγείται ωραίες ιστορίες του νησιού του και ολόκληρου του Αιγαίου. Αφορμή ήταν ένα δικό μας ανάλογο «φρούδιασμα» που μας έπιασε καθώς περπατούσαμε πάνω στο παλιό μονοπάτι  κατά μήκος της βόρειας πλαγιάς του νησιού.

Ήταν ένα συνηθισμένο παλιό μονοπάτι χωρίς δυσκολίες και με πολύ όμορφη θέα σε όλα τα γύρω νησιά, που το είχαμε περπατήσει αρκετές φορές τα προηγούμενα χρόνια. Όμως, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά πια, τα μπάζα από τον δρόμο που είχε ανοιχτεί πρόσφατα  κάμποσα μέτρα πιο ψηλά στην πλαγιά, είχαν αλόγιστα πεταχτεί στο πλάι του γκρεμού και είχαν καλύψει το μονοπάτι σε διάφορα στενά του σημεία με σάρες από επικίνδυνα κυλιόμενα χαλίκια, ασβέστες και χώματα, τα οποία σε κάθε σου πάτημα κατρακυλούσαν όλο και πιο πολύ προς τα κάτω. Εκεί που πέρναγες με κομμένη την ανάσα από την μία επικίνδυνη σάρα, εμφανιζόταν μπροστά σου άλλη, χειρότερη και κάποια στιγμή νιώσαμε πραγματικά σαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε κείνα τα εμπόδια.

Σιγά σιγά και προσεχτικά τα περάσαμε τελικά και φτάσαμε στον προορισμό μας, αποφασίσαμε όμως ότι θα επιστρέφαμε από άλλον δρόμο.  Δεν έλεγε να ξαναπερνάγαμε από εκείνα τα δύσκολα σημεία και πόσο μάλλον που  θα είχε πια σκοτεινιάσει. Ο μόνος άλλος δρόμος βέβαια, ήταν αναγκαστικά ο φρέσκο-ανοιγμένος χωματόδρομος από τον οποίο και είχαν πέσει όλα αυτά τα μπάζα. Μεγάλη παραχώρηση… Ήτα. Με ύπουλο και σατανικό τρόπο σε αναγκάζουν τελικά οι περιστάσεις, να μπαίνεις κάθε τόσο στο mainstream

Το ίδιο βράδυ στην ταβέρνα της Χώρας μιλήσαμε για εκείνα τα χαλασμένα σημεία του παλιού μονοπατιού και συστήσαμε στους ανθρώπους της κοινότητας να στείλουν εργάτες να τα καθαρίσουν, μια και το μονοπάτι αυτό το περπατάνε αρκετοί επισκέπτες του νησιού και κάποιος λίγο πιο άπειρος που θα έχανε ίσως την ψυχραιμία του, θα μπορούσε να κινδυνέψει. Παραξενεύτηκαν λίγο και μας κοίταξαν περίεργα, που μας άρεσε να περπατάμε στα κατσάβραχα, όπως τα ονόμασαν και που ξέραμε τα μονοπάτια του νησιού τους, στα οποία ειδικά οι νεότεροι δεν είχαν καν πατήσει ποτέ.

Πάτε ακόμα από το παλιό μονοπάτι; μας  ρώταγαν ξαφνιασμένοι. Γιατί δεν πήγατε από τον δρόμο που ανοίξαμε; Δεν έχετε αυτοκίνητο; Τα μονοπάτια έχουν κλείσει πια. Καταφέρατε και περάσατε πάνω από κείνα τα πεσμένα χώματα; Μωρέ μπράβο! Μην ξαναπάτε από κει! Σε κείνο το πέρασμα την έπαθε τις προάλλες μέχρι και ο Τσίφτης, ο βοσκός.

Πήγαινε λέει στα ζώα του, στην δυτική άκρη του νησιού, βρήκε το μονοπάτι σκεπασμένο από τα μπάζα, θεώρησε ότι μπορούσε εύκολα να τα περάσει και γλίστρησε στον γκρεμό. Την τελευταία στιγμή, χάρη στα γρήγορα αντανακλαστικά του, πρόλαβε να πιαστεί από έναν θάμνο και έμεινε λέει εκεί κρεμασμένος για κάμποση ώρα, πότε ακίνητος από τον φόβο, πότε παλεύοντας ανάμεσα στα αγκάθια να ξανανεβεί πάνω στο μονοπάτι.

Άγιος να του δώσει συμβουλές δεν υπήρχε τριγύρω… Έπρεπε μόνος του να βρει μια λύση. Και τότε θυμήθηκε! Όπως αιωρούνταν  κρεμασμένος  με το δεξί του χέρι από την χοντρή ρίζα του θάμνου, έχωσε το ελεύθερο αριστερό του χέρι βαθιά στην τσέπη του μπουφάν του, έβγαλε το κινητό του, τηλεφώνησε στον μπατζανάκη του στη Χώρα και εκείνος ήρθε αμέσως με το τζιπ και σε ένα δεκάλεπτο τον είχε τραβήξει επάνω, σώο και αβλαβή, με ελάχιστες μόνο αμυχές στην δεξιά του παλάμη.

 Από τότε ο Τσίφτης πάει κι έρχεται στην στάνη του πάντα με το τζιπ. Και ποτέ δεν ξεχνάει να βάλει στην τσέπη του το κινητό του.

 

Όλα αυτά τα παραπάνω τα έγραψα κατ’ αρχήν με αφορμή το παράξενο εκείνο ρήμα που είχε χρησιμοποιήσει ο φίλος μας ο Πέτρος στην διήγησή του και που δεν το είχα ξανακούσει ποτέ, το «φρούδιασε». Πολύ μού άρεσε αυτό το ρήμα. Και επίσης μού άρεσε η καταπληκτική ονομασία Γκαγκάρης, που είχαν δώσει οι νησιώτες σε κείνη τη κορυφή, εντυπωσιασμένοι προφανώς από τον αστροναύτη, του οποίου το όνομα μεσουρανούσε (και στην κυριολεξία…) τη δεκαετία του 60.

Κουβέντα την κουβέντα με τον Πέτρο, διήγηση την διήγηση, από την δεκαετία των πρώτων διαστημικών ταξιδιών είχαμε έρθει στον εικοστό πρώτο αιώνα με τα κινητά του τηλέφωνα, που μέχρι και οι βοσκοί πλέον τα έχουν στις τσέπες τους και τους σώζουν, άμα παραστεί κάποια ανάγκη στις ερημιές που τριγυρνάνε.

 Λίγες μέρες μετά από κείνο το βράδυ, ολόκληρη η κουβέντα ξαναήλθε στον νου μου, όταν σε ένα άλλο νησί γνωρίσαμε κάποιον άλλο βοσκό που ξεπερνούσε σε εκσυγχρονισμό τον Τσίφτη, τον κινητό-σωσμένο.

Νεαρός βοσκός κι αυτός σε ένα ακόμα πιο απόμερο και άγριο σημείο των Κυκλάδων, μπαίνει λέει με τον υπολογιστή του κάθε βράδυ στο διαδίκτυο και ψάχνει τα αμερικάνικα πανεπιστήμια αναλογιζόμενος με λαχτάρα, σε ποιο απ’ όλα θα μπορούσε να πάει να σπουδάσει…

Δεν είχα το θάρρος να του πω ότι τα αστέρια που βλέπει κάθε βράδυ από κει πάνω, οι αλλαγές των χρωμάτων, των καιρικών συνθηκών και της θερμοκρασίας του ανέμου, οι φωνές και η συμπεριφορά των ζωντανών του και ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός διαδικτύου, στα οποία έχει άμεση πρόσβαση ο ίδιος, μού φαίνονταν ότι είναι το καλύτερο απ’ όλα τα πανεπιστήμια.

Όμως… δεν είμαι και σίγουρη, αν είναι όντως έτσι… Κι αν είναι τελικά έτσι, ποια είμαι εγώ να τα εξηγήσω όλα αυτά σε κάποιον που έχει πάρει… ντοκτορά σε αυτό το πανεπιστήμιο της φύσης;

Οπότε δεν είπα τίποτα.

Παρά έπεσα και πάλι στις σκέψεις και στην περισυλλογή: Γιατί εμείς οι άνθρωποι δεν ευχαριστιόμαστε συνήθως με αυτά που έχουμε ο καθένας, παρά θέλουμε με πάθος ότι μας λείπει, ότι δεν έχουμε; Ζεις, για παράδειγμα, στην μεγαλούπολη με όλες τις ανέσεις και ονειρεύεσαι τις απάτητες βουνοκορφές και τα ερημικά νησιά… Ζεις στις απάτητες βουνοκορφές και ονειρεύεσαι μια ζωή στη μεγαλούπολη…

Είναι κι αυτό, το μονίμως ανικανοποίητο, ένα ακόμα ελάττωμα της ανθρώπινης φύσης; Και πως το καταπολεμά κανείς; Με τον διαλογισμό; Με το being here; Με το be happy; Ή παρατηρώντας το απλά από κάποια απόσταση, σαν να βρίσκεσαι ας πούμε στην κορυφή του Γκαγκάρη;


Κρίστη Στασινοπούλου

Friday, October 02, 2009 

Ahimsa* της παραλίας και… των επερχόμενων εκλογών

 

Ένα πρωί, φέτος τον Σεπτέμβριο, ήρθε και προσγειώθηκε στην παραλία μας ένα πληγωμένο μαύρο γεράκι. Μαυροπετρίτες τα λένε. Βρεγμένο και γεμάτο άμμο, με το φτερό του στραβό και τσαλακωμένο περπάτησε κουτσαίνοντας και πήγε και κρύφτηκε πίσω από την σκηνή των Ιταλών στο τελευταίο αλμυρίκι πλάι στο θολάρι. Κακό σημάδι αυτό. Στο ίδιο σημείο πέρσι είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ένας γέρικος γλάρος.

Είχε κι εκείνος προσγειωθεί στην παραλία μας ανήμπορος και καταπονημένος και επί δύο μέρες ούτε έτρωγε, ούτε έπινε τίποτα, παρά έφερνε συνέχεια βόλτες γύρω από την σκηνή μας, λες και κάτι έψαχνε να βρει ή κάτι ήθελε να πει σε μας τους ανθρώπους. Τελικά είχε κουρνιάσει στο ίδιο εκείνο σημείο πλάι στο θολάρι μέχρι που πέθανε. Μήπως λοιπόν το μαύρο γεράκι ένιωσε κι αυτό το τέλος του να πλησιάζει και μαγνητισμένο από τα ενεργειακά ίχνη του θανάτου πήγε κι αυτό εκεί, στο ίδιο μέρος, κάτω από το αλμυρίκι πλάι στο θολάρι, για να πεθάνει;

Τού πήγαμε νερό, αλλά δεν ήπιε. Φαϊ, που να αρέσει στα γεράκια, κρέας δηλαδή, πού να βρεθεί σε μας τους λιτοδίαιτους και χορτοφάγους παραλιόβιους σε κείνη την ερημιά; Τού βάλαμε φρούτα, τού βάλαμε παξιμάδι. Τίποτα. «Το γεράκι είναι κυνηγός.» λέει τότε ο φίλος μας ο Γιώργος, που χρόνια τώρα κατασκηνώνει κι αυτός στην ίδια παραλία με μας. «Θέλει να κυνηγήσει και να φάει κάτι ζωντανό.» Άφησε πλάι του λίγα κομματάκια τυρί, με το σκεπτικό ότι αν ερχόταν να τα φάει κανά ποντίκι ή καμιά σαύρα, το γεράκι θα μπορούσε από ένστικτο να ζωντανέψει και να τους επιτεθεί.

Ο Γιώργος ξέρει από πουλιά. Η Σουσουράδα που είχε εξημερώσει πέρσι, ταϊζοντάς την και μιλώντας της γλυκά, μας είχε μάθει πια όλους τους ανθρώπους στην παραλία και βόλταρε ανάμεσά μας και καμιά φορά μέχρι και πάνω στα σώματά  μας όταν λιαζόμασταν στον ήλιο. Φέτος έφερε και τα παιδιά της και είχαμε στην παραλία μας τρεις «οικόσιτες» σουσουράδες να μας διασκεδάζουν με τα καμώματά τους.

Λες να αποκτήσουμε και οικόσιτο γεράκι; Λέγαμε. Λες να γίνει καλά και να μείνει κοντά μας; Από μικρή ονειρευόμουνα να είχα ένα εξημερωμένο γεράκι. Να τού σφυρίζω και να έρχεται να προσγειώνεται στο χέρι μου, να μού φέρνει τα νέα του ουρανού και των αγέρωχων πτήσεών του στα απόκρημνα βράχια, τις βουνοκορφές και τα σύννεφα. Όμως ετούτο εδώ είναι τόσο καταπονημένο. Και τηλέφωνο δεν υπάρχει βέβαια εδώ, ούτε τα κινητά πιάνουν, πώς να ειδοποιήσει κανείς το κέντρο στην Αίγινα, όπου πριν από χρόνια είχαμε δώσει ένα άλλο πληγωμένο γεράκι, τεράστιο ήταν εκείνο, που το είχαμε βρει σε ένα μονοπάτι στην Άνδρο;

Ματωμένο και ανήμπορο να πετάξει, το είχε μαζέψει ο Στάθης με τα χέρια του μέσα από κάτι θάμνους. Κατόπιν στο αυτοκίνητο το είχα πάρει στα πόδια μου, ήταν χειμώνας και με ζέσταινε γλυκά και το χάιδευα σαν γατάκι, νομίζω πως του άρεσε. Μέχρι που ανακάλυψα τους τεράστιους ψήλους που κατοικοεδρεύουν ανάμεσα στα φτερά και τα πούπουλα των πτηνών και το άφησα με κάποια απέχθεια είναι η αλήθεια μέσα στο χάρτινο κουτί που βρήκαμε και κατόπιν το φέραμε στην Αθήνα και το παραδώσαμε σε ένα από τα παιδιά του κέντρου της Αίγινας.

Πιο πριν είχαμε μπει σε ένα κρεοπωλείο και είχαμε ζητήσει λίγο κιμά από φτηνό κρέας για να του δώσουμε μήπως φάει.  «Για το γατάκι σας;» είχε ρωτήσει ο κρεοπώλης. «Όχι, για το γεράκι μας» είχαμε απαντήσει και όλοι βγήκαν από εκείνο το κρεοπωλείο να δουν τον Στάθη να ταϊζει στο στόμα το γεράκι με μικρές μπουκίτσες από κιμά κι εκείνο να τις αρπάζει λιμασμένο από την πείνα, αλλά με αξιοθαύμαστη προσοχή ώστε να μη του πληγώσει το δάχτυλο. Η ευφυΐα των ζώων είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο φανταζόμαστε, εμείς, τα υπερφίαλα και ανθρωποκεντρικά όντα αυτού του πλανήτη.

Όμως ετούτο εδώ το μαύρο γεράκι, ούτε να φάει θέλει, ούτε να πιεί το άτιμο. Και ούτε δείχνει την παραμικρή διάθεση να επιτεθεί  και  να αρπάξει μια από τις πολλές σαύρες που μαζεύτηκαν τελικά ακριβώς πλάι του και τσακώνονται για τα κομματάκια τυρί. Φαίνεται ότι το σχέδιο, μπας και ξύπναγαν τα ένστικτά του και ξαναζωντάνευε το πουλί, απέτυχε κι αυτό.

Δεν είμαι σίγουρη όμως ότι στενοχωριέμαι για αυτή την αποτυχία…

Χρόνια τώρα παρατηρώ τις σαύρες. Τις έχω αγαπήσει. Είναι κι αυτές οικόσιτα ζωάκια της παραλίας μας. Ανάμεσα στα άλλα, τρελαίνονται και για τον καφέ. Κάθε πρωί, μόλις με δουν να τον ετοιμάζω μέσα στην μεταλλική κούπα μου, σκάνε μία μία μέσα από τις πέτρες και αρχίζουν την ζητιανιά. Τίποτα δεν τις σταματάει.

Η συμπεριφορά των σαυρών μοιάζει γενικά με εκείνη των γατιών: το ύφος τους όταν σε κοιτάνε παρακλητικά για να τους δώσεις. Η περιέργειά τους. Η επιμονή και το πείσμα τους να σκαρφαλώσουν πάνω σου, εκεί που είσαι αραχτός στη σκιά και διαβάζεις το βιβλίο σου. Όσο και να τις διώχνεις, αυτές εκεί, το δικό τους! Οι καυγάδες μεταξύ τους. Τα παιγνίδια τους, όπως, ας πούμε, ο τρόπος που κυνηγάνε την ουρά τους, στριφογυρίζοντας δαιμονισμένα σαν δερβίσηδες γύρω από το ίδιο τους το σώμα, ακριβώς όπως κάνουν και τα μικρά, παιχνιδιάρικα γατάκια.

Με τον καιρό παρατηρείς ότι η κάθε μία σαύρα έχει και τον χαρακτήρα της. Άλλες είναι ντροπαλές, άλλες επιθετικές. Άμα μάθεις να ξεχωρίζεις  ποια είναι ποια, διαπιστώνεις ότι υπάρχουν σαύρες αρχηγοί, σαύρες περίεργες, σαύρες χαζές, έξυπνες, τρυφερές, επινοητικές και πάει λέγοντας.

Όμως, δεν ξεχωρίζεις την μια από την άλλη από το χρώμα τους.  Γιατί το χρώμα των ερπετών δεν αλλάζει ανάλογα με το άτομο ή το είδος, παρά αλλάζει και ανάλογα με την εποχή και τον καιρό. Την άνοιξη και στην αρχή του καλοκαιριού, όταν όλα ακόμα είναι πράσινα, είναι πράσινες κι οι σαύρες. Σιγά σιγά αρχίζουν να καφετίζουν από την ουρά προς το κεφάλι. Μέχρι που φτάνουν να γίνουν ολόκληρες καφέ-γκρίζες όπως και ολόκληρη η ξεραμένη φύση γύρω τους.

Αν όμως τους δώσεις να πιούν νερό, με το που καταπίνουν την πρώτη γουλιά, ξαφνικά πρασινίζουν και συγχρόνως σού κάνουν και μια επίδειξη μιας τέλειας bhujangasana**, που ούτε ο καλύτερος δάσκαλος της γιόγκα δεν μπορεί τόσο καλά να σου δείξει. Όλα τα ζώα άλλωστε γίνονται τέλειοι «δάσκαλοι» διαφόρων γιογκικών στάσεων, άμα τα παρατηρείς προσεχτικά.

Παρατηρώ λοιπόν το πληγωμένο γεράκι μας, που λαγοκοιμάται κάτω από το δέντρο. Έχει πότε το ένα, πότε το άλλο του μάτι κλειστό. Μισό-ναρκωμένο και μονόφθαλμο, πάει, πεθαίνει μάλλον το πουλί… Κάπως έτσι λέει όμως λαγοκοιμούνται όλα τα άγρια πουλιά. Όρθια, με το ένα μάτι ανοιχτό, σαν άγρυπνος φρουρός. Το μισό σώμα ξεκουράζεται και κοιμάται και το άλλο μισό καραδοκεί τον κίνδυνο. Το βρίσκω καταπληκτικό σαν τεχνική. Στο τέλος θα ανακαλύψω ότι τα γεράκια εξασκούνται και στη nadi sodhana pranayama***…

Αυτά σκέπτομαι καθώς πάω για άλλη μια φορά ως το ακριανό αλμυρίκι για να δω τι κάνει  ο πληγωμένος μαυροπετρίτης μας. Με χαρά βλέπω ότι το γεράκι δεν βρίσκεται πια στο έδαφος αλλά έχει ανέβει πάνω στο δέντρο. Λες να συνέρχεται; Ναι! Με ανοιχτά και τα δυο του μάτια τώρα, στέκει κορδωμένο και περήφανο πάνω σε ένα κλαδί και με κοιτάει με ένα έντονο, βλοσυρό βλέμμα ανωτερότητας. Είναι πολύ ψαρωτικό αυτό το βλέμμα που σε μαγνητίζει. Πλησιάζω ακόμα πιο πολύ να το καμαρώσω έτσι που στέκεται και με κοιτάζει. Μου έρχεται ασυναίσθητα να χαμογελάσω, όμως δεν το κάνω, γιατί τα δόντια είναι εχθρικό σημάδι για τα ζώα. Κρύβω και τα χέρια μου πίσω από το σώμα μου για να μην φοβίσω το πληγωμένο πουλί. Κάποια τέτοια χέρια άλλωστε πίεσαν την σκανδάλη που το έφερε σε αυτή την κατάσταση… Γιατί να με εμπιστευτεί μετά, εμένα που ανήκω στο είδος των ανθρώπων.

Η σκληρότητα υπάρχει όμως έτσι κι αλλιώς άπειρη στην φύση. Δεν ξέρω τι λένε οι ινδοϊστές για την ahimsa… όμως εγώ δεν την βλέπω γύρω μου. Ακόμα και εδώ, στην ερημική και ειρηνική παραλία που έχουμε κατασκηνώσει και που μας μοιάζει σαν παράδεισος, ο πόλεμος, η βία και ο ανταγωνισμός κάνουν άγριο γλέντι όλη μέρα και όλη νύχτα…  Κάθε φορά που το παρατηρώ αυτό μπαίνω σε βαθιές σκέψεις για την ηθική της φύσης και για τις στενά ανθρώπινες έννοιες του καλού και του κακού. Για τον αέναο πόλεμο της επιβίωσης και της επικράτησης των ειδών και των ατόμων με κάθε τίμημα. Για τον απέραντο πόνο που υπάρχει γύρω μας παντού, πάντα…

Πόσες σκηνές σκληρού σπλάτερ δεν έχω παρακολουθήσει να εξελίσσονται εδώ πλάι μου, σε απόσταση αναπνοής από την σκηνή και τα απλωμένα σακίδια και πανιά μας. Πουλιά να κυνηγάνε με καταπληκτικά σλάλομ τα τζιτζίκια, να τα αρπάζουν και να τα τρώνε, ενώ αυτά βγάζουν τις τελευταίες απελπισμένες νότες του τραγουδιού τους. Σαύρες να στήνουν καραούλι και να χάβουν μύγες και άλλα έντομα, που τα βλέπεις ζωντανά ακόμα να σπαρταράνε καθώς προωθούνται μέσα στο διάφανο σώμα των μικρών ερπετών. Σφίγγες να την πέφτουν στις μέλισσες και να τις σκοτώνουν με το κεντρί τους. Αράχνες με τεράστιους ιστούς γεμάτους παγιδευμένα έντομα, μοιρολατρικά παραδομένα στο κολλώδες σάλιο που σαν σάβανο τα τυλίγει ζωντανά.

Μέχρι και στα ύψη του ουρανού λαβαίνουν χώρα όλη την ώρα απερίγραπτες, θεαματικές ή αόρατες στα μάτια μας αερομαχίες. Μεγάλα αρπακτικά πουλιά, που μπορούν και πετάνε πολύ ψηλά, παρασέρνουν στα ύψη τους νεοσσούς μικρότερων πουλιών που κάνουν τα πρώτα τους αδέξια πετάγματα και τους επιτίθενται, ενώ το ζευγάρι των γονιών κρώζει σπαραχτικά,  ανήμπορο να σώσει το παιδί του εκεί πάνω.

Και όταν τις ώρες του σούρουπου τα κοπάδια από ζαργάνες, σαφρίδια, μαρίδες ή άλλων ειδών μικρά ψαράκια πηδάνε σαν χορευτικές ομάδες πάνω από την επιφάνεια του νερού με εκείνη την καταπληκτική χάρη και τον συντονισμό, δεν το κάνουν για να χαρούμε το θέαμα, αλλά για να σωθούν από το στόμα των μεγαλύτερων ψαριών που τα κυνηγάνε για να τα φάνε. Το ίδιο κάνει και ο κορμοράνος με τα χαριτωμένα, δεξιοτεχνικά μακροβούτια του, εδώ μπροστά μας στα ρηχά. Ψαρεύει και σκοτώνει κι αυτός τα θύματά του χωρίς έλεος, χωρίς ενοχές. Τρώει κι αυτός το βραδινό του, ζωντανά πλάσματα που ψυχορραγούν μέσα στο ράμφος και τον μακρύ λαιμό του, ενώ εμείς απολαμβάνουμε εκστασιασμένοι την ομορφιά του τοπίου… Είναι σκληρή η φύση… Αλλά ας πάω πάλι να δω πως είναι το γεράκι.

Το γεράκι την έχει κάνει από το δέντρο. Πήδο πήδο έχει φτάσει ως τα απότομα βράχια δεξιά μας και πολεμά να φτάσει όσο το δυνατόν πιο ψηλά. Το φτερό του δείχνει να είναι καλύτερα, όμως σίγουρα δεν μπορεί ακόμα να πετάξει. Μην σκαρφαλώσει εκεί πάνω τη νύχτα καμιά αγριόγατα και το φάει… Μήπως θα ‘πρεπε… για το καλό του… να το πιάσουμε με τη βία και να το βάλουμε σε κάποιο πιο προστατευμένο σημείο;

Αυτά συζητάμε καθώς βραδιάζει, όταν ξαφνικά ένα δεύτερο, κάπως πιο ανοιχτόχρωμο γεράκι κάνει την εμφάνισή του χαμηλά πάνω από τα απότομα βράχια μας, σκούζοντας με αγωνία. Είναι ο σύντροφος του πληγωμένου μαυροπετρίτη μας! Με συνεχή επαναλαμβανόμενα κρωξίματα το ζευγάρι μοιάζει να συνεννοείται κανονικά. Το ανοιχτόχρωμο γεράκι αρχίζει με αριστοτεχνικούς κύκλους να πετά πέρα δώθε, να εξαφανίζεται και να ξαναέρχεται φέρνοντας μέσα στο ράμφος του τροφή για το ταίρι του. Τροφή μασημένη και μισοχωνεμένη απ’ το ίδιο του το σάλιο. «Του πουλιού το γάλα» λέγεται, λέει, αυτή η μασημένη, έτοιμη τροφή με την οποία όλα τα πουλιά ταϊζουν τους νεοσσούς τους. Το πληγωμένο γεράκι δέχεται αυτή την τροφή μέσα στο ανοιγμένο το ράμφος του, σαν τα μικρά πουλιά στις φωλιές τους.

Η σκηνή που παρακολουθούμε είναι πολύ συγκινητική. Δείχνει ότι η τρυφερότητα, η συντροφικότητα και η αυτοθυσία υπάρχουν και στα ζώα και στα πουλιά του ουρανού, ακόμα και σ’ αυτά, τα αρπαχτικά πουλιά που τα θεωρούμε άγρια. Ποιο να είναι άραγε το θηλυκό και ποιο το αρσενικό; Δεν ξέρω να τα ξεχωρίζω.

Την άλλη μέρα το γεράκι ήτανε πια καλά. Το είδαμε να πετάει ανάμεσα στα βράχια και τα λιγοστά δέντρα, ψηλά, στο φαράγγι από πίσω μας. Το ταίρι του το έσωσε. Ο έρωτας το έσωσε.

Γιατί εκτός από την βία, είναι βέβαια και ο έρωτας πανταχού παρών εδώ στην παραλία. Και όχι μόνο ανάμεσα στα ζευγάρια των ανθρώπων που αγκαλιάζονται τις νύχτες μέσα στα νοτισμένα από την υγρασία σλίπινγκ μπαγκ τους. Όλη νύχτα τα τριζόνια και τα νυχτοπούλια ακούγονται ακατάπαυτα, καθώς καλούν τους ερωτικούς συντρόφους τους και συνομιλούν μαζί τους, τραγουδώντας και σφυρίζοντας παθιασμένα απ’ τη μία άκρη του φαραγγιού στην άλλη.

Και τα απογεύματα μια γυαλιστερή μαύρη σκύλα από κάποιο κτήμα πέρα από τον κάβο το σκάει πηδώντας πάνω από τις φραγκοσυκιές του φράχτη και έρχεται στην αμμουδιά μας για να συναντήσει τον όμορφο καφετί σκύλο ενός παραθεριστή που κατεβαίνει εδώ για να κάνει το μπάνιο του. Τον έχει ερωτευτεί τον καφετί σκύλο και μόλις τον βλέπει κορδώνεται σαν ερωτική αραπίνα. Αυτός αρχίζει να την κυνηγά και κυλιούνται στην άμμο παίζοντας και ερωτοτροπώντας, ενώ ο ήλιος δύει και τα χρώματα τριγύρω γίνονται όλα ροζ.

Τέτοια ώρα ήταν νωρίς τον Ιούνιο, η ώρα που όλα γύρω βάφονται ροζ, όταν ξαφνικά πίσω από τον κάβο ξεπρόβαλε κολυμπώντας αργά και τελετουργικά πάνω στη θάλασσα, κάτασπρο και εντυπωσιακό, ένα μεγάλο κοπάδι κύκνων. Ήταν σαν μια παράσταση κλασικού μπαλέτου πάνω σε ένα εντελώς αταίριαστο σκηνικό. Ένα φλασάκι ρομαντισμού αυστριακού τύπου, μέσα στην αλμύρα και την αγριάδα του Αιγαίου. Τρίψαμε τα μάτια μας θαμπωμένοι, πέντε έξι άνθρωποι ήμασταν εκεί που βλέπαμε αυτό το σουρεαλιστικό θέαμα. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν κάτι σαν όραμα, μια ομαδική παραίσθηση. Όμως την άλλη μέρα στο χωριό μας είπαν ότι κάθε τέτοια εποχή περνάνε από το νησί μεταναστευτικά κοπάδια κύκνων. Καμιά φορά κάποιοι άσπλαχνοι τους κυνηγάνε λέει κιόλας…

Στην παραλία ακούμε συχνά τουφεκιές κυνηγών από τα πίσω βράχια και το φαράγγι. Μια δυο φορές μας πήραν μάλιστα και τα σκόρπια σκάγια που έπεφταν από τον ουρανό. Δυσάρεστο συναίσθημα, δυσάρεστες σκέψεις και πάλι… Απορία και οργή, πώς να τα καταπολεμήσεις;

Μια νύχτα φέτος δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ένα απειλητικό μπουρίνι πλησίαζε με δυνατό άνεμο, αστραπές και βροντές. Τυλίξαμε τα όργανα με τις θήκες τους μέσα σε νάιλον σακούλες σκουπιδιών, σκάψαμε ένα χαντάκι στο χώμα γύρω από την σκηνή και μπήκαμε να κοιμηθούμε. Όμως κάτι ανήσυχα, ασταμάτητα κρωξίματα πολλών πουλιών που ακούγονταν από κάπου μακριά, μας κίνησαν την προσοχή.

Γιατί είναι τόσο ανήσυχα τα πουλιά; Μήπως τα έχουν φοβίσει οι κεραυνοί  και το μπουρίνι που πλησιάζει; Μα δεν είναι κάτι συνηθισμένο, κάτι φυσικό αυτό γι’ αυτά; Γιατί να τα ταράζει τόσο, γιατί κάνουν έτσι; Σκέφτομαι από μέσα μου μήπως τα πουλιά έχουν προαισθανθεί κάτι άλλο, κάτι κακό που έρχεται. Αλλά δεν το λέω. Τον Ιούνιο είχαμε σεισμό εδώ. Οι άνθρωποι λέει στην Χώρα κουνήθηκαν αρκετά, κοιμήθηκαν έξω από τα σπίτια τους εκείνο το βράδυ. Το Κολόμπο ξυπνημένο, σιγοβράζει αυτήν την εποχή από κάτω μας, λένε διάφορες επιστημονικές ιστοσελίδες για τα ηφαίστεια… Η φύση είναι αμείλικτη, είναι σκληρή είπαμε. Σκληρή και αμείλικτη είναι και η ίδια η μάνα γη πολλές φορές…

«Αν την νύχτα νιώσουμε κανά σεισμό, ας ανέβουμε λίγο πιο πίσω προς το φαράγγι  για λίγο, ας μην μείνουμε εδώ στην αμμουδιά.» μου μουρμουρίζει νυσταγμένα ο Στάθης και γυρνάμε πλευρό. Τα ίδια σκεφτόμαστε όπως συνήθως, αναλογίζομαι με τρυφερότητα. Και ξεχνώ τα ανήσυχα κρωξίματα των πουλιών και με παίρνει γλυκά ο ύπνος.

Την άλλη μέρα έμαθα. Δεν ήταν λέει αληθινές φωνές πουλιών αυτά που ακούγαμε όλη νύχτα. Ήταν ένα μηχανάκι που μιμείται τα ερωτικά τιτιβίσματα των ορτυκιών. Τα ορτύκια μπερδεύονται, λέει, και όλο το κοπάδι χώνεται στον θάμνο όπου βρίσκεται το μηχανάκι και ψάχνουν για συντρόφους. Τότε ο κυνηγός βαράει μία τουφεκιά και τα σκοτώνει όλα μαζί. Ο άνθρωπος είναι το πιο άγριο ζώο στη φύση… Σκοτώνει ακόμα και χορτάτος.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά πάλι τώρα εδώ, φθινόπωρο, στην κορφή του αγαπημένου μου λόφου. Η Αθήνα βουίζει από κάτω απλωμένη σαν τεράστιο γκρι καρκίνωμα πάνω στο κάποτε υπέροχο αττικό τοπίο. Όλοι οι δρόμοι, όλες οι μεγάλες αρτηρίες είναι μπουκωμένες με ατέλειωτες σειρές ακινητοποιημένων αυτοκινήτων. Στοιβαγμένα κτήρια, στοιβαγμένα οχήματα, στοιβαγμένοι άνθρωποι που τρέχουν να προλάβουν. Κι εγώ ανέβηκα εδώ πάνω, όπως κάνω σχεδόν κάθε απόγευμα, για να περπατήσω λίγο στη φύση και να βγάλω από πάνω μου την αίσθηση του «κοτόπουλου» που με έπιασε για άλλη μια φορά, γυρνώντας σπίτι στοιβαγμένη μέσα στον ηλεκτρικό.

Στενοχωριέμαι, σκέφτομαι και φιλοσοφώ… Μα την αλήθεια… Πιο πολύ κι από το σκότωμα των ζώων με ενοχλεί η «καλλιέργεια» των ζώων στις κτηνοτροφικές μονάδες και στα κοτόπουλο-εργοστάσια. Ζώα και πουλιά στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο ή δεμένα και ακίνητα στη σειρά, σε μακρόστενες μισοσκότεινες αίθουσες. Ταΐζονται με ενέσεις, αναπαράγονται με προγραμματισμό, ζουν και πεθαίνουν τεχνητά. Ζώα που καλλιεργούνται σαν τα λαχανικά στα θερμοκήπια.

Τι να σκέφτονται άραγε αυτά τα δύστυχα ζώα για το νόημα της ζωής τους; Τι να φαντάζονται; Σχεδόν ότι σκεφτόμαστε και εμείς όταν τρέχουμε στοιβαγμένοι και ανυποψίαστοι: τίποτα.

Δεν τρώω κρέας, όχι τόσο γιατί λυπάμαι τα ζώα που έχουν σκοτωθεί ίσως από μια τουφεκιά στον αέρα, ή έχουν σφαχτεί από κάποιον βοσκό σε μία στάνη… Δεν πρόκειται για κάποια αφελή ευαισθησία, όπως θέλουν να μας προσάπτουν οι διάφοροι χοληστερινούχοι κοιλαράδες τύποι γύρω μας που πάνε ακόμα και στο περίπτερο με το τζίπ τους…  Πιο πολύ με εξοργίζει και λυπάμαι για τα ζώα που γεννώνται και μεγαλώνουν έτσι, σαν βιομηχανικά προϊόντα, μόνο και μόνο για να γίνουν τροφή μας.

Τρώγοντας αυτή τη τροφή, τρώμε μαζί και την ενέργεια και τις ποιότητές των δύστυχων αυτών όντων. Εμποτιζόμαστε με τις ύπουλες, λεπτότερες ουσίες της υποταγής, της μαζικότητας, της δουλείας. Γινόμαστε κι εμείς βιομηχανικά προϊόντα μαζικής κατανάλωσης, ευάλωτα θύματα της ανθρώπινης σκληρότητας, της ρουτίνας και του άνωθεν προγραμματισμού.

Αυτά σκέφτομαι και λέω να γυρίσω σπίτι τώρα που έπιασε και ψύχρα και να κάτσω να τα γράψω. Όμως ένας θόρυβος σαν από πολλαπλά θροΐσματα με ξαφνιάζει. Κοιτάζω ασυναίσθητα τον ουρανό από πάνω μου. Ένα τεράστιο σμήνος από χελιδόνια πετάει λίγα μέτρα πάνω από το κεφάλι μου και όλα τα φτερά τους μαζί παράγουν αυτό το απόκοσμο θρόισμα. Το ρεύμα του αέρα από τα φτερουγίσματα μού χαϊδεύει σχεδόν το μέτωπο. Ξυπνώ.

…Ναι. Σίγουρα ο άνθρωπος είναι το πιο σκληρό και το πιο βλαβερό από όλα τα ζώα. Και δυστυχώς οπλισμένος με το πιο δυνατό όπλο, την ευφυΐα… Μήπως όμως τελικά η ευφυΐα, δεν τού δόθηκε μονάχα σαν όπλο επικράτησης, αλλά για έναν καλύτερο σκοπό; Μήπως του δόθηκε απλά και μόνο, για να μπορέσει κάποτε βρει τον τρόπο να γίνει ευτυχισμένος;

Θα εξαπλωθεί άραγε σιγά σιγά ο άνθρωπος σαν καρκίνος πάνω σε όλη την γη, μέχρι το τέλος της; Ή μήπως έχει ελπίδες κάποια στιγμή να αλλάξει, να μεταλλαχτεί σε κάποιο πιο εξελιγμένο είδος;  Να φωτιστεί ίσως ξαφνικά ή σταδιακά και να δώσει αυτός τότε σε όλα τα υπόλοιπα είδη του πλανήτη το παράδειγμα της ahimsa;

 

 

* ahimsa: μη βία

** bhujangαsana : η στάση της κόμπρας

*** nadi sodhana pranayama : αναπνοή με εναλλαγή των ρουθουνιών

 

 

Υστερόγραφο:

Αυτό το κείμενο όταν το καθαρόγραψα, το τέλειωσα με τη φράση. «Στο χέρι μας είναι.» Επειδή δεν βλέπω τηλεόραση και δεν παρακολούθησα τις προεκλογικές καμπάνιες των διαφόρων κομμάτων, δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι αυτή η φράση αποτελεί το σλόγκαν του Σύριζα. Όταν όμως την άκουσα από την τηλεόραση της ηλικιωμένης μαμάς μου, και παρ’ όλο που το συγκεκριμένο κόμμα μού ήταν ανέκαθεν το πιο κοντινό και συμπαθές, την αφαίρεσα αυτήν την τελευταία φράση από το κείμενό μου, πριν το ανεβάσω στο blog, για να μη θεωρηθεί ότι συμμετέχω σε οποιουδήποτε είδους καμπάνια.

Για όσους πάντως πιθανόν αναρωτιούνται ή θα ρώταγαν την γνώμη μου, θα τους συμβούλευα κατ’ αρχήν να πάνε να ψηφίσουν ! Η αποχή, ως δείγμα απαξίωσης, δυστυχώς δεν λειτουργεί ως μήνυμα και απλά δίνει τόπο στους χειρότερους του είδους! Η ιστορία έχει δείξει σε διάφορες χώρες του κόσμου ότι οι χειρότεροι και οι πιο βλαβεροί εκλεγμένοι ηγέτες και τα χειρότερα κόμματα, έχουν εκλεγεί σε εκλογές με μεγάλη αποχή. Απλά και μόνο επειδή σε αυτές τις εκλογές είχαν πάει να ψηφίσουν κυρίως και μόνο οι φανατικοί και οι στυγνοί συμφεροντολόγοι.

Θα έλεγα λοιπόν να αφήσουμε τις μαλακίες και να πάμε να ψηφίσουμε. Να ψηφίσουμε έστω, όποιο κόμμα μας φαίνεται λιγότερο κακό, ή τέλος πάντων ότι προσεγγίζει κάπως περισσότερο τις απόψεις που έχει ο καθένας μας.

Αν με ρωτάγατε, θα σας έλεγα ότι εγώ προσωπικά θα ψηφίσω τους Οικολόγους Πράσινους. Έτσι απλά για να δώσω λίγο χώρο σε κάποιους που για την ώρα τουλάχιστον οι απόψεις τους είναι οι πιο κοντινές με τις δικές μου. Μπας και πάψω να νιώθω σαν ούφο σε αυτήν εδώ τη χώρα…

 
Κρίστη Στασινοπούλου
 

 

Wednesday, May 13, 2009 

Pelagia


            "Pelagiaaaa! Pelagiaaaaaaa!"  schien der Wind die ganze Nacht hindurch zu rufen, während er über die spärlichen, ausgetrockneten Bäume, die vereinzelten Häuser, die verfallenen steinernen Pferche und rostige Traktoren hinwegblies. Er fuhr mit Gewalt die versteckten Schluchten hinab bis an die Küste der Insel, Tonnen gelben Sandes aufwirbelnd, und erreichte schließlich den Hafen. Dort packte er die weggeworfenen Konservendosen und leeren Mineralwasserflaschen aus Plastik und ließ sie in wildem Rhythmus mit blechernem Geschepper umherwirbeln. Im gleichen Rhythmus bewegte er auch die wenigen Straßenlaternen, so dass ihre trüben Lichtkegel und die Schatten, die sie warfen, in der Dunkelheit einen bizarren Tanz aufführten.

Es war vier Uhr morgens, noch vor dem ersten Tageslicht. Zu dieser Zeit, Ende September, waren die Tage bereits kürzer und die Zahl braungebrannter Touristen, die den Sommer über die Insel bevölkerten, weniger geworden. Und in dem Maß, wie die Stunden der Dunkelheit zunahmen, wurde auch der Himmel über der Insel schwerer von grau vorüberziehenden Wolken, erschienen die senkrechten Linien der dunkelbraunen Berge noch strenger, wie tiefe Falten im Gesicht einer alten Frau. Verlassen und verschmutzt erwarteten die Strände und Wege den Winter. Halb zerrissene Zelte, ausgebleicht und zerfranst, blieben der Wut des Windes überlassen, da sie jetzt nicht mehr gebraucht wurden die hellhäutigen Touristen zu schützen, die die Insel verließen wie treulose Bräutigame im Vergessen all ihrer Liebesschwüre.

            Vier Uhr morgens also, die Lichter des letzten Septemberschiffes verschwanden langsam in der Ferne auf dem aufgewühlten Meer. Schwankend machten sich die drei Freunde auf den Weg. Das Warten auf das Schiff bis in die frühen Morgenstunden, immer in Gesellschaft ausländischer Freundinnen, die unter Tränen die Insel verließen, war jedes Mal eine Gelegenheit dem Alkohol zuzusprechen, und wenn das Schiff wie heute - wie meistens ­Verspätung hatte, überschritten die genossenen Mengen schnell die Grenzen dessen, was sie vertrugen, auch wenn sie als junge Inselburschen ziemlich trinkfest waren. Angefangen hatten sie mit den Rakis und Ouzos der Großväter, später gingen sie in den Diskotheken und Bars am Strand zu Barcardi, Tequila und Whisky über, so dass sie immer im Training waren. Diese drei schleppten sich nun also lauthals lachend von der Mole auf die wenigen weißen Häuser des Hafenortes zu. Es gab nur wenig, das ihre andauernde ausgelassene, dumpfe Heiterkeit dämpfen konnte.

            Sie waren bis zu einem gewissen Alter mit all den Vorrechten und Annehmlichkeiten des "Sohnes" aufgewachsen, der den Namen der Familie weitertragen würde. Besuch einer weiterführenden Schule in Piräus, der Vater zum Geld verdienen auf See, ein halb abgeschlossenes technisches Studium, ein wenig Herumreisen in Europa, meist zu Gast bei einer verliebten Deutschen - die im günstigsten Fall auch das Ticket bezahlte - und im Sommer Gelegenheitsjobs hier auf der Insel, in Bars oder Ouzokneipen, Fahrradvermietung oder Bootsverleih am Strand, auch ein wenig Mithelfen auf dem Grundstück der Familie. "Rooms, rooms, rooms" ohne sich viel dabei zu denken. Und zu diesem Leben gehörte wie das Salz in die Suppe das Witzereißen, das sich gegenseitig Aufziehen und sich Späße erlauben, wie eine Art Geheimsprache, die sie seit ihrer Kindheit wie eine Bruderschaft zusammenhielt. Es waren also drei Freunde aus demselben Dorf, derselben Schule, untereinander verschworen in ihrer Schlitzohrigkeit, die im Morgengrauen jenes Tages im September torkelnd von der Mole heraufkamen.

            Der jüngste Spaß, den sie sich ausgedacht hatten, stellte allerdings alles bisher dagewesene in den Schatten. Dank seiner hatten sie sich Nächte hindurch halb totgelacht und waren zu vielen schnellen Affären gekommen. Dank dieses Spaßes hatten sie auch die schwierigsten Mädchen dazu gebracht, ihre Zelte und Schlafsäcke im Stich zu lassen und statt dessen in ihren Sicherheit versprechenden Armen zu nächtigen.

"Alle, aber auch alle beißen an!" rief Christos johlend. "Keine, keine einzige, die die Wahnsinnsgeschichte von Pelagia nicht geglaubt hat!"

"Pelagia! Pelagia!"  schrie Thanos.

"Pelagia! Pelagia!" schrie Panajotis, und sie lachten so sehr, dass sie davon fast wieder nüchtern wurden.

 

            Pelagia war in den frühen sechziger Jahren eines der glücklichen, mit guter Mitgift ausgestatteten Mädchen aus Langada, dem auf dem Hügel über dem Hafen thronenden Dorf, von wo aus man die Bucht in ihrer ganzen Schönheit bewundern konnte, die später von den Franzosen Le Grand Bleu getauft werden sollte. Derselbe gewundene Weg, der heute noch existiert - eine Stunde Gehzeit - verband auch damals Langada mit den spärlichen paar Häusern unten am Hafen. Elektrizität gab es damals auf der Insel noch nicht. Die großen Schiffe konnten nicht an der Mole anlegen; dort machten nur die Kaikia und kleinen Boote fest, die die schweren Kisten und vereinzelten Passagiere vom Schiff an Land brachten.

Die jungen Burschen träumten vom Auswandern nach Amerika oder Australien. Die Mädchen träumten von einer guten Partie, was bedeutete, dass sie später in Athen leben würden. Andernfalls, das wussten sie, stand ihr Schicksal bereits fest: Sie würden ihr Leben damit zubringen, Pferdeäpfel vor ihrer Tür wegzuputzen, Kinder zu gebären und in den engen weißen Gassen des Dorfes groß zu ziehen, und die einzigen Farbtupfer in ihrem Leben wären der Basilikumstock und die Topfblumen vor ihrem Fenster.

            Pelagia hatte jedenfalls Glück gehabt. Ihre Familie war eine der reichsten auf der Insel und hatte dafür gesorgt, dass ihre Verlobung mit einem Mann erster Wahl eingefädelt wurde, für den in jener Zeit in ihren geheimsten Träumen viele Mädchen des Dorfes schwärmten. Alles, was Pelagia den ganzen Tag zu tun hatte, war ihre Brautausstattung zu besticken und darauf zu warten, dass Manolis sein letztes Studienjahr abschloss und den Militärdienst herumbrachte, um sie dann mit sich nach Athen zu nehmen, wo eine moderne Wohnung ihrer Liebe und später ihrer Familie ein Zuhause geben würde.

Im Frühjahr feierten sie Verlobung. Manolis blieb die Ferien über auf der Insel, damit sie sich besser kennen lernen konnten. Für Pelagia waren diese Sommermonate wie ein Märchen. Tagsüber machte er mit ihr Ausflüge auf die Felder seiner Familie oder sie fuhren mit dem Boot in der Bucht spazieren. Abends ging er mit ihr oft in die Kneipe, die zu besuchen zu jener Zeit fast ausschließlich den Männern und nur ganz wenigen Frauen vorbehalten war. Unten in Äjali hatte eine eigentümliche Entwicklung eingesetzt.

            Es war in jenen Jahren, dass immer mehr ausländische Touristen mit seltsamer Kleidung und fremdartigen Sitten auf die Insel kamen. Sie trugen sackartige Gewänder und lange Haare, für die bis dahin weltabgeschiedenen Inselbewohner eine unbekannte und bedrohliche Erscheinung. Die jungen Burschen gingen immer öfter an die Strände hinunter, gefesselt vom Anblick der schlanken Körper, der Freizügigkeit und Ungezwungenheit jener fremden blonden Mädchen aus dem Norden.

            Es war nicht Manolis' Schuld und auch nicht die Pelagias, dass eine solche blonde Frau plötzlich zwischen sie trat, ihre so ehrbaren Pläne durcheinander warf und sie auseinander brachte. Manolis verschwand für immer von der Insel. Die Familien der beiden sprachen ab sofort jahrelang nicht mehr miteinander. Pelagia, entehrt und sitzen gelassen, überließ sich immer mehr ihrer Scham und Trauer und nach und nach verfiel sie dem Wahnsinn. Nachts wanderte sie phantasierend die Wege der Insel entlang. Mit nichts bekleidet als ihrem dünnen weißen Nachthemd lief sie durch die Kälte, das Haar aufgelöst und windzerzaust. Im Sommer trug sie ihre Zorn hinab ans Meer und versuchte dort die in ihr tobende Wut zu beruhigen, sie beschimpfte die Fremden mit so unsagbaren Beleidigungen, dass alle sich fragten, wo sie jemals solche Worte gehört hatte. Ihre Familie versuchte sie zur Vernunft zu bringen, indem sie sie im Haus einsperrten und sie schließlich sogar festbanden. Pelagia jedoch erschreckte die Dorfbewohner mit solch wüstem Geschrei, Beschimpfungen und Flüchen, dass bei ihren Eltern die Scham vor den Nachbarn größer wurde als die Sorge um ihre Tochter. So ließen sie sie frei, und von da an streifte sie wieder umher.

            Niemand fand heraus, nachdem sie sie von der Wegbiegung abgestürzt neben der Quelle fanden, ob sie gesprungen oder gefallen war. Alle, außer ihrer Familie waren jedoch der Meinung, dass das Mädchen jetzt Ruhe gefunden habe, und sie beteten für ihre gequälte Seele.

 

            Das ist also die traurige Geschichte der Pelagia aus Langada, die auf Amorgos jeder kennt, wobei die Älteren sich noch selbst an sie erinnern. Oft werden jedoch die Menschen aus Überdruss oder durch die täglichen Mühen hart und zynisch; und so schreckten etliche nicht davor zurück, den Namen Pelagias spöttisch in einer feixenden Gesprächsrunde zu erwähnen, wenn wieder einmal ein Bekannter sich mit seinen Eroberungen und Abenteuern mit dem anderen Geschlecht aus anderen Ländern groß tat.

So hatte auch der Spaß der drei Burschen aus unserer Geschichte ihren Anfang genommen. Ein Spaß, der diesen Sommer zu ihrer hauptsächlichen und fast ausschließlichen Beschäftigung geworden war. Wie viele Touristinnen, aber auch Griechinnen, verließen die Insel wie verzaubert, ihre Gedanken voll nicht nur von der wahren Geschichte, sondern auch all dem dazu Gesponnenen, mit dem die drei Freunde sie immer weiter ausschmückten. Wie viele Nächte saßen die drei nicht bis zum Morgengrauen in der Bar, die keine Sperrstunde kannte, oder an den leeren Tischen vor dem großen Cafe, bis es morgens aufmachte, und erzählten die schreckliche Geschichte der Pelagia, wobei ihre Fantasie immer mehr dazu erfand. Und wenn der Wind wehte, so wie heute nacht, oder in den mondlosen Nächten veranstalteten sie Spaziergänge die Bergpfade hinauf - ohne Taschenlampen - bis zu jener Wegbiegung nahe der Quelle, wo, wie man erzählte, jene furchterregende, bleiche und hagere Gestalt erschien und die Vorübergehenden, vor allem die Mädchen, mit brutalen und schamlosen Flüchen erschreckte, die in einem nicht abreißenden Schwall aus ihr hervorbrachten, mit einer Stimme wie man sie höchstens aus den schlimmsten Alpträumen kannte.

            Es brauchte nur ein wenig Lektüre der Bücher von Orora, die diesen Sommer auf der Insel herumgingen und im Leinenbeutel jedes zweiten Touristen zu finden waren, oder von Zeitschriften, die angeblich den Zugang zum Zweiten Gesicht öffneten, und deren Auflage seit kurzem deutlich zunahm, ein wenig bewusstseinserweiternden Rauch oder eine Vorgeschichte mit Drogen, der vielleicht schon ein paar Gehirnzellen zum Opfer gefallen waren, und der Geist der Opfer der drei Freunde war nicht nur bereit zu glauben, was diese erzählten, sondern auch eine derartige Erfahrung selbst zu erleben.

Andere stiegen im Morgengrauen enttäuscht zurück hinab ans Meer, da sie erkannt hatten, dass sie nicht zu der auserwählten Schar der "Empfänglichen" gehörten, die die Gabe haben, Botschaften aus anderen Welten - ob schön oder schrecklich - wahrzunehmen. So beschränkten sie sich im weiteren auf den irdischen Genuss der Gesellschaft der jungen Burschen, die sie von da an entweder als - durchaus romantische - Phantasten ansahen, oder von denen sie annahmen, dass sie schon viel "weiter" seien als sie selbst, auch wenn sie nicht mit gleicher Hingabe die überall gepriesenen mystizistischen Blättchen oder die Bücher der Feuerwelt verschlungen hatten.

Es gab auch viele, die sich von diesem Zeitpunkt an nachts fürchteten, wenn sie den letzten Bus nach Langada verpasst hatten und gezwungenermaßen in einem geliehenen Schlafsack am Strand, nach der Sperrstunde hinter der Bar oder auf der Terrasse der Diskothek übernachteten, für gewöhnlich dann meistens in den Armen just eines jener drei Burschen, die für ihre Angst verantwortlich waren.

            Die Geschichte der Pelagia war also nicht nur zum Lachen gut, sondern auch für andere Dinge. Daher dauerte es nicht lange, bis sie zum gemeinsamen Geheimnis der Mehrheit der Inselburschen wurde.

"Wir werden den ganzen Winter was zum erzählen haben!" freute sich Thanos. "Warte erst mal, wie viele Winter Nancy davon erzählt!" Christos konnte sich kaum noch halten. "He, Panajotis, mach deinen Laden auf, dann können wir beim Raufgehen noch ein Bier trinken."

Der Namen Nancy brachte neues Gelächter, während Panajotis noch mal für eine letzte Runde Bier die Bar aufschloss.

"Bei ihr hast du es aber wirklich übertrieben, dich mit dem weißen Laken vor sie hinzustellen! "

"Genau, und hinter dem Baum fängt Thanos an zu rufen: 'Huuuh, huuuh, huuuh!' Das Mädel ist fast übergeschnappt. "

"Die kommt bestimmt nicht wieder..."

"Auch egal, dafür kommen andere, und dann wieder andere, aaaaandere! Der Nordwind soll heulen, und wir lassen's uns gut gehen, und die Pelajia immer mit dabei!"

"Genau, die Palagia! Pelagia! Pelagiaaaa! Heilige der Meere, wo bist du?"  rief Christos und tanzte mit ekstatisch hoch erhobener Bierdose schwankend umher.

"Pelagiaaa, Pelagiaaa, die Heilige von hiaaa!" sangen die anderen bei den unter Gelächter, während sie Langada entgegenstiegen.

            Sie hatten die letzten Dosen Bier fast ausgetrunken, gleich würden sie sie zu den Tausenden anderer werfen, deren blechernes Geschepper eins wurde mit dem Rhythmus des Windes, der weiterhin wie verrückt blies.

Es hatte wohl abgekühlt, schließlich war es auch schon Ende September. Jene eisige Kälte jedoch, die Christos plötzlich spürte, hatte nichts Natürliches. Es war wie der Schauder einer unnatürlichen Berührung, den er zuerst im Gesicht, dann am ganzen Körper fühlte. Er wich erschrocken zurück und bemerkte in diesem Moment, dass seine Freunde dasselbe spürten. Was geschah da? Sie standen bewegungslos wie Steinfiguren. Die Fingerspitzen ihrer erhobenen Hände hielten noch die kalten Blechdosen, die Beine schief erstarrt im schwankenden Gang. Für eine Sekunde, die ihnen wie ein Jahrhundert vorkam, lauschten sie aufgeregt. Der Wind rief einen Namen: "Pelagiaaa... Pelagiaaa..." und der kalte Hauch, der sie einhüllte kam geradewegs aus der Quelle vor ihnen.

            Waren sie schon so weit gegangen? Waren sie in ihrem Suff so schnell bis an die Wegbiegung gelangt? Hierher, an die Quelle Pelagias? Und der Wind und der unsichtbare kalte Hauch zeigte ihre Ankunft an?

             Sie konnten kein Wort zueinander sprechen. Sie konnten auch die schreckliche, stolze, hagere, weiße Gestalt nicht genau erkennen, die sich wie eine Erinnye vor ihnen aufbaute. Ihre Hände erstarrten vor Grauen, genauso ihre Beine. Und wie sie schließlich schreckerfüllt den Weg wieder hinabstürzten, konnten sie nicht wirklich ausmachen, ob die seltsamen Geräusche, die sie wie in einem Alptraum verfolgten, ein Schwall von hemmungslosen Flüchen, Schreien, Silben einer vergessenen Sprache waren oder nur der Lärm der Bierdosen, die über die ausgetretenen Steine des Pfades hinter ihnen her rollten.

 

 

Kristi Stassinopoulou

 

Deutsche Übersetzung von Matthias Hardte

 

 

Aus dem Buch von Kristi Stassinopoulou

"Siebenmal Auf Amorgos"

(Sieben geheimnisvolle Kurzgeschichte, die auf der griechischen Insel Amorgos spielen)

 

Saturday, April 25, 2009 

Στα μονοπάτια των Κυκλάδων

(Αμοργός, Μεγάλη βδομάδα του 2009)

 

Τα νησιά των Κυκλάδων μού θυμίζουν πλανήτες στο διάστημα. Είναι κι αυτά μικροί, ξεχωριστοί, αυτόνομοι κόσμοι σκορπισμένοι στο πέλαγος, όπως οι πλανήτες είναι σκορπισμένοι στον ουρανό. Θυμάμαι στην τηλεοπτική σειρά Star Treck, πόσο μού άρεσε όταν έδειχνε  το Enterprise να ταξιδεύει ανάμεσα στους πλανήτες. Την αγωνία, όταν το διαστημόπλοιο πλησίαζε κάθε καινούργιο πλανήτη που εμφανιζόταν στην μεγάλη οθόνη του κυβερνείου. Την νοσταλγία όταν ο πλανήτης μίκραινε και απομακρυνόταν, καθώς το διαστημόπλοιο συνέχιζε το ταξίδι του στο διάστημα.

 Έτσι κάπως πλέουν και τα καράβια ανάμεσα στα νησιά. Από τα καταστρώματά τους βλέπεις τα σχήματα των νησιώτικων ορεινών όγκων, τις βουνοκορφές, τα φαράγγια, τους ανοιγμένους δρόμους, τα μονοπάτια, τα χτίσματα, τα λιμάνια, να πλησιάζουν και να μεγαλώνουν ή να απομακρύνονται και να μικραίνουν μέχρι που χάνονται στον ορίζοντα. Κι από το κάθε νησί βλέπεις συνήθως στον ορίζοντα τα απέναντι νησιά, όπως και από τη γη βλέπεις το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.

Μου μοιάζουν λοιπόν οι Κυκλάδες σαν ένας μικρός γαλαξίας που πλέει με τους πλανήτες του μέσα στους μεγατόνους του αλμυρού νερού. Απάνω του συμπλέουν γοητευμένοι οι ταξιδευτές, οι πεζοπόροι, οι περιηγητές, οι εραστές των νησιών. Μαγνητισμένοι πότε από το ένα, πότε από το άλλο νησί, αλλάζουν λιμάνια και αραξοβόλια, κολλάνε για χρόνια σε ερημικές καβάτζες, περιπλανιόνται σε άγνωστα και γνωστά μονοπάτια και διαδρομές. Γι’ αυτά τα τελευταία θέλω να γράψω.

Μ’ αρέσει όταν απ’ την κορφή του ενός νησιού, βλέπεις απέναντι και αναγνωρίζεις τις κορυφές και τα σημεία των άλλων νησιών στα οποία έχεις βρεθεί παλιότερα. Και το ανάποδο. Θυμάσαι την στιγμή όταν από κείνα τα σημεία  αγνάντευες αυτήν εδώ τη κορυφή στην οποία βρίσκεσαι και έλεγες, εκεί θέλω να πάω κάποτε. Φανταστικά τρίγωνα, τετράγωνα και όλων των ειδών τα γεωμετρικά σχήματα σχηματίζονται ανάμεσα στα διάφορα σημεία των Κυκλάδων όπου έχεις βρεθεί και περπατήσει. Μοιάζει με χαρτογράφηση της ζωής σου. Κάπως σαν τις γραμμές του αστρολογικού σου χάρτη. Όμως ξέφυγα… Και αυτό εδώ το κείμενο το άρχισα για να γράψω μονάχα για τα μονοπάτια των νησιών. Μονάχα;

 

Οι Αμπορίτζιναλ της Αυστραλίας περιγράφανε τα μονοπάτια τους με μακριά, τραγούδια, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, όπως γράφει ο Μπρους Τσάτουιν. Μακάρι να μπορούσα να χορέσω τις δικές μου εντυπώσεις και περιγραφές σε ένα τραγούδι. Δεν γίνεται. Σε μια λέξη; Διαλογισμός ίσως;  

Σε διαλογιστική πάντως κατάσταση βρισκόταν ο βοσκός που συναντήσαμε προχτές στους ανεμόμυλους πάνω από την Λαγκάδα. Με τον δυνατό άνεμο να σφυρίζει και τα βαριά γκρι σύννεφα να καλύπτουν κάθε τόσο την κορυφή του απόκρημνου διάσελου, εκείνος στεκόταν όρθιος, ακουμπισμένος ελαφρά σε μια πεζούλα και αγνάντευε για πολύ ώρα τη θάλασσα και τον ορίζοντα απτόητος και καθόλου ενοχλημένος από τα στοιχειά της φύσης που πάλευαν γύρω του. Γύρισε και μας κοίταξε και το βλέμμα του άστραψε σαν σαΐτα, σαν αστρίτης. Καθαρό και διαπεραστικό, μαθημένο να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και να παρατηρεί κάθε μικρή λεπτομέρεια του τοπίου αλλά συγχρόνως και ολόκληρο το απέραντο εύρος του ορίζοντα.

Αυτό το βλέμμα το έχω συναντήσει και σε άλλους ανθρώπους. Σε θαλασσοδαρμένους καϊκτσήδες, σε πιλότους που οδηγούν μικρά ελικοφόρα αεροπλάνα, σε μοτοσικλετιστές μεγάλων αποστάσεων, σε ορεσίβιους βοσκούς, σε ορειβάτες και αναρριχητές, στους Βεδουίνους της ερήμου, στους Θιβετιάνους, στους τσιγγάνους. Γενικά σε όσους έχουν μεγαλώσει ή πορευτεί για καιρό σε ανοιχτά και απροστάτευτα φυσικά τοπία και τοποθεσίες και σε συνθήκες που για να επιβιώσεις επιβάλουν  την μόνιμη εγρήγορση και τον απόλυτο έλεγχο όσων συμβαίνουν γύρω σου ανά πάσα στιγμή. Αυτό το βλέμμα το αποκτάς και το αναγνωρίζεις και στον καθρέφτη σου, όταν επιστρέφεις σπίτι μετά από κάμποσες μέρες που έχεις περάσει χύμα πλάι στη θάλασσα, μετά από νύχτες κάτω απ’ τα αστέρια, μετά από περπατήματα σε διάσελα και βουνοκορφές, μετά από πολύωρο αγνάντεμα των ανοιχτών γραμμών  των οριζόντων.

Όσο πιο πλατύς είναι ο ορίζοντας που αγναντεύεις, τόσο πιο πολύ πλαταίνει και οξύνεται το βλέμμα. Και κατά συνέπια, όπως τουλάχιστον πιστεύω, πλαταίνει και οξύνεται και ο νους. Η γιόγκα μού έχει μάθει ότι κάθε ποιότητα που ασκούμε συστηματικά σε ένα μέρος του εαυτού μας, έρχεται κάποια στιγμή που εγκαθίσταται σε ολόκληρο το είναι μας. Η πλατιά οπτική γωνία πλαταίνει και το μυαλό. Και το αντίθετο. Όταν παρακολουθείς για ώρες τηλεόραση το μυαλό στενεύει και ίσως όχι μόνο από τις βλακείες που παρακολουθεί.  Νομίζω πως η επικέντρωση και μόνο του βλέμματος σε συγκεκριμένες διαστάσεις για πολλές ώρες, λειτουργεί σαν τις παρωπίδες. Φοράνε τις παρωπίδες στα άλογα για να τα καθυποτάξουν. Και τα σκοτώνουν όταν γερνάνε.

 

Όπως πάνω, έτσι και κάτω, λένε όλες σχεδόν οι μυστικές παραδόσεις. Τα μονοπάτια στο δείχνουν αυτό με τον τρόπο τους. Όταν φτάνεις στα ψηλά σημεία μιας διαδρομής αντικρίζεις ξαφνικά όλο το μεγαλείο της πλάσης γύρω σου. Μπαίνεις σε μια εκστατική μεταφυσική διάθεση. Ουρανός, θάλασσα, ορίζοντας με μωβ νησιά, βραχονησίδες και πατιθράκια απλωμένα στο πέλαγος. Σμήνη πουλιών, σαν γκρι φαντάσματα που αλλάζουν σχήμα καθώς πετούν στον αέρα. Κορυφογραμμές μέσα στα σύννεφα, φαράγγια, οροπέδια. Μακρινά μοναστήρια και εκκλησάκια, άσπρες κουκίδες. Πέτρινα αλώνια και εγκαταλειμμένες αγροικίες, σαν προϊστορικοί οικισμοί. Μισογκρεμισμένοι μύλοι. Μακριές πεζούλες που σχίζουν κάθετα και οριζόντια τις πλαγιές των βουνών. Ρήγματα και ρέματα, χαλικάδες, χωματερές που καπνίζουν, σπηλιές που χάσκουν, πηγές νερών.

Πως γίνανε όλα αυτά; Από τι είναι φτιαγμένα; Πόσους αιώνες στέκουν έτσι όπως τα βλέπεις και πως ήταν πριν; Εκεί που είναι η θάλασσα κάποτε ήταν στεριά και το ανάποδο. Όλα είναι ζωντανά άλλωστε. Η γη αναπνέει και κουνιέται με τους δικούς της ρυθμούς. Τους ρυθμούς αυτούς μαθαίνεις να τους αναγνωρίζεις και να τους σέβεσαι, βαδίζοντας στα μονοπάτια.

Όμως οι πέτρες, τα θυμάρια και τα μικρά εμπόδια στα πόδια, δεν σού επιτρέπουν να κοιτάς για πολύ ώρα ψηλά και τριγύρω. Ιδίως αν βρίσκεσαι στην άκρη ενός γκρεμού, πρέπει κάθε στιγμή να προσέχεις που πατάς, να βλέπεις τι βρίσκεται κάτω από τα πέλματά σου. Το κάθε βήμα απαιτεί προσοχή και συγκέντρωση. Διαλέγεις και δοκιμάζεις την κάθε πέτρα. Κι έτσι όπως κοιτάς το έδαφος, ένας απέραντος πλουμιστός μικρόκοσμος εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου και σου τραβάει και πάλι την προσοχή. Η ποικιλία και η ομορφιά του, σού προξενούν την ίδια έκσταση που σού προξένησε και η μεγάλη θέα του μακρινού τοπίου.

Σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο γης βρίσκονται τόσα στοιχεία, όσα και σε ένα απέραντο σύμπαν. Χορτάρια, βοτάνια και αγριολούλουδα κάθε λογής. Ξύλα και ρίζες. Πέτρες και χώμα που οι απειροελάχιστοι κόκκοι του περιέχουν όλα τα πετρώματα των γύρω βουνών. Καβαλίνες ζώων. Μυρμήγκια, αράχνες, ζουζούνια όλων των ειδών, των μεγεθών και των χρωμάτων, σαύρες, φίδια, σαρανταποδαρούσες. Κόκαλα νεκρών ζώων, μαλλιά κουρεμένων αρνιών. Φωλιές άγριων πουλιών. Μύκητες, βρύα, λειχήνες, μανιτάρια. Λιλιπούτειες αχιβάδες όλων των ειδών γεννημένες από την υγρασία της θάλασσας και σκαλωμένες στα βράχια. Και όλα αυτά μαζί σκαλωμένα στη ζωή, στην επιβίωση και στην αέναη αναπαραγωγή του είδους τους. Είναι απίστευτο το πόσα πράγματα διακρίνεις στον μικρόκοσμο του εδάφους, όταν βαδίζεις στη φύση. Δεν σε αφήνουν να βαρεθείς. Κάθε βήμα φέρνει και ένα φλασάκι σοφίας. Κάθε στροφή και μία καινούργια συνάντηση, έναν καινούργιο ερεθισμό των αισθήσεων.

Ο άνεμος εδώ γύρισε. Έγινε στεριανός. Ή έγινε θαλασσινός, νιώθεις την αλμύρα του. Εδώ κρύωσε. Εκεί ζέστανε. Εδώ είναι υγρός. Κάπου κοντά θα ‘χει νερό. Οι μυρουδιές γίνονται πιο έντονες με την υγρασία. Όμως και ο στεγνός άνεμος σου φέρνει στα ρουθούνια μεθυστικά χαρμάνια των ξεραμένων βοτάνων Το κάθε βοτάνι μυρίζει αλλιώς όταν το πόδι σου σκοντάφτει επάνω του. Κάποια φυτά σε χαϊδεύουν. Άλλα σε τσιμπούν. Κάποια τρώγονται. Πόσο θα ήθελα να ήξερα ποια τρώγονται και ποια όχι. Μα δεν είναι δύσκολο τελικά να τα ξεχωρίσεις. Δοκιμάζεις τις άκρες από τα πιο βελούδινα. Τρώγεται. Ενώ κάποιο άλλο αγκαθωτό, σού φωνάζει, μην τολμήσεις να με πλησιάσεις. Το άλλο, πάρα πέρα, με τα ψυχεδελικά χρώματα και σχέδια, σού λέει,  αν με φας θα την ακούσεις, μπορεί καλά, μπορεί και πολύ άσχημα. Μήπως τα ζώα, δεν την έχουν αυτή τη γνώση; Γιατί όχι κι εμείς;

Αξιοσημείωτες οι συναντήσεις με τα διάφορα ζώα στα μονοπάτια. Αγριοκάτσικα και τράγοι που βελάζουν σε όλους τους τόνους. Ακόμα καλύτερα όταν ακούγονται σε φαράγγια με αντίλαλους. Αυτά τα βελάσματα φαίνεται πως μιμήθηκαν οι άνθρωποι και βγήκαν όλες εκείνες οι πολυφωνικές παραδοσιακές χορωδίες με τις τραγίσιες αρμονίες τους, που σού σηκώνεται η τρίχα να τις ακούς. Είναι και τα κουδούνια των αιγών και των προβάτων. Οι βοσκοί τα διαλέγουν λέει ώστε να ηχούν αρμονικά μεταξύ τους. Δεν έχουν πάει στο ωδείο. Η φύση τους έχει μάθει την αρμονία των ήχων. Τα κουδούνια των κοπαδιών είναι από τις ωραιότερες μουσικές που έχω ακούσει. Είναι το σάουντ-τρακ των μονοπατιών.

Κάτω απ’ όλα αυτά, σαν χαλί, υποτονθορίζει ακατάπαυτα το βυζαντινό ίσο, τραγουδισμένο από όλα τα πετούμενα έντομα. Χρυσόμυγες, μέλισσες, σφήγκες, μπάμπουρες, ψέλνουν  το ωμ της φύσης. Σταματάς κάθε τόσο να το ακούσεις. Οι λαλιές και τα τιτιβίσματα των πουλιών παρεμβαίνουν και σε επαναφέρουν στην «πραγματικότητα». Γλάροι, κορμοράνοι, γεράκια, πετρίτες, σουσουράδες, σπουργίτια, χελιδόνια, καρδερίνες, τσαλαπετεινοί, αλκυόνες. Κι ακόμα, λαγοί, κουνέλια, αλεπούδες, ασβοί, σκαντζόχοιροι, ταύροι και αγελάδες, μουλάρια και γαϊδούρια, σκυλιά.

Κάθε ζώο που συναντάς έχει και την συμπεριφορά του και τους τρόπους του. Άλλα σε φοβούνται, άλλα σε πλησιάζουν, άλλα σε κοιτάν με περιέργεια, άλλα σού ζητιανεύουν. Τα κατσίκια είναι περίεργα. Οι αγελάδες υπομονετικές. Οι ταύροι νευρικοί. Τα μουλάρια περπατάνε λέει στην άκρη άκρη του κάθε μονοπατιού, όμως ποτέ δεν πέφτουν. Τα γαϊδούρια έχουν την πιο εντυπωσιακή φωνή. Τα φίδια είναι τηλεπαθητικά. Ακριβώς πριν τα δεις έχεις κάποιο προαίσθημα, λες και σε ειδοποιούν. Τα σκυλιά με τρομάζουν. Όταν ακούω τσοπανόσκυλα να γαυγίζουν σε κάποιο ερημικό μονοπάτι αυτοσυγκεντρώνομαι και προσπαθώ να συγκρατήσω την έκκριση αδρεναλίνης και να προχωρήσω προς το μέρος τους με ψυχραιμία. Άλλες φορές τους μιλάω μαλακά και χαϊδευτικά για να εξετάσω τις διαθέσεις τους, να τα κατευνάσω και κατόπιν περνώ. Κανά δυο φορές έκανα μεταβολή και το έβαλα στα πόδια…

Ο φόβος σου κλείνει πότε πότε το μάτι όταν περπατάς στα μονοπάτια. Ο φόβος είναι ένα βήμα πλάι απ’ το δέος και το δέος κυριαρχεί συνήθως σε αυτά τα περπατήματα. Από μικρή δεν τον συμπαθούσα καθόλου τον φόβο. Όμως η γιόγκα και πάλι, με έμαθε, ότι οι χαζές παλικαριές πληρώνονται. Είναι μια άσκηση κι αυτό, να μπορείς να αναγνωρίζεις μέσα σου ποιος φόβος είναι παράλογος και ποιος είναι ίσως απλά προστατευτικός. Ο φόβος φυλά τα έρημα, λέγανε οι παλιοί. Μαθαίνεις λοιπόν στα μονοπάτια να σέβεσαι τις δυσκολίες και να τις ζυγίζεις. Να ξεπερνάς εκείνες που σού φαίνονται ξεπεράσιμες, να σταματάς μπροστά σε εκείνες που το ένστικτό σου σού λέει να αποφύγεις.

Και μετά είναι ο στόχος. Θυμάμαι τον καθηγητή φιλοσοφίας και φίλο μου Ιάσωνα Ξενάκη, μια ιδιοφυία που αυτοκτόνησε στα πενήντα δύο του χρόνια, τον θυμάμαι λοιπόν να μού λέει, ότι στη ζωή είναι καλό να βάζουμε κάθε τόσο μικρούς προσπελάσιμους στόχους. ¨Όχι τίποτα μεγάλους στόχους από κείνους που σε μεταλλάσσουν σε νευρόσπαστο και σε κάνουν τελικά να μην την χαρείς τη ζωή σου (εκείνος την χάρηκε πάντως την δική του). Στόχους μικρούς, να σε κρατάνε σε φόρμα και να σου δίνουν χαρά όταν τους κατακτάς.

Περπατώντας στα μονοπάτια κατάλαβα καλύτερα εκείνο που μού έλεγε ο Ξενάκης. Κάθε κορφή είναι και ένας μικρός στόχος. Εύκολος ή δύσκολος, όμως προσπελάσιμος. Μπορεί να κοπιάζεις, πότε πότε να βαρυγκωμάς. Ο άνεμος να σε ζαλίζει, η ζέστη ή το κρύο, ο δυνατός  ήλιος ή η βροχή, το βαρύ σακίδιο στη πλάτη σου, τα ακατάλληλα παπούτσια σου που πάλι βαρέθηκες να πας να αγοράσεις καινούρια  Όμως ο προορισμός σου είναι εκεί απέναντι και σε φωνάζει. Και η χαρά όταν φτάνεις είναι εκστατική. Ίσως να φταίει και το οξυγόνο. Ή οι κρύσταλλοι από τους οποίους είναι λέει φτιαγμένο αυτό εδώ το νησί που βρίσκομαι τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά.

Μου το είπε η Σουηδέζα που συναντήσαμε πριν λίγο στην στροφή πριν τον Σταυρό. Χαιρετιστήκαμε και σταματήσαμε να ξαποστάσουμε στο ερημικό πανέμορφο εκείνο σημείο του μονοπατιού.  Έβγαλα και της έδειξα τις γυαλιστερές, σχεδόν διαφανείς πέτρες που είχα μαζέψει. Είναι κρύσταλλοι, μού είπε, όλο το νησί αποτελείται από τέτοια εδάφη. Είναι φορές που με εκνευρίζουν όλα αυτά τα new age κολλήματα με τις «ενέργειες» και τους κρυστάλλους. Όσο τα πιστεύω, άλλο τόσο αντιδρώ σε αυτό το overdose των διαφόρων επιπόλαιων θεωριών που διασπείρονται. Πήγα να της πω ότι το νησί αυτό εδώ, στου οποίου το μονοπάτι διασταυρωθήκαμε, αποτελείται εμφανέστατα από σχιστολιθικά πετρώματα. Όμως ήταν τόσο συμπαθής η Σουηδέζα πεζοπόρος, σκέφτηκα να μην της την «χαλάσω». Μπορεί άλλωστε και να ήξερε κάτι παραπάνω. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα.

Τέτοιες ακριβώς κρυστάλλινες πέτρες είχα μαζέψει στην Vale da Lua της Βραζιλίας το 2005. Και για κείνο το μέρος, όπως και για αυτό εδώ το νησί, υπάρχει η φήμη ότι είναι τόπος με πολύ δυνατή ενέργεια, επειδή το έδαφος και εκεί είναι λέει καμωμένο από κρυστάλλους. Το είπα στην Σουηδέζα και ενθουσιάστηκε. Με ρώτησε λεπτομέρειες για το που ακριβώς βρίσκεται η Vale da Lua. Της εξήγησα. Μπορεί τώρα και να θέλει να πάει εκεί…

Πιάσαμε την κουβέντα για διάφορα τέτοια θέματα καθισμένες στα βραχάκια στην άκρη του γκρεμού, πεντακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει, τα χρώματα αλλάζανε. Απέναντι άρχισαν να φαίνονται καθαρά η Ανάφη και η Αστυπάλαια. Της έδειξα τα μέρη στα οποία θα άξιζε να πάει, πριν επιχειρήσει την Vale da Lua της μακρινής Βραζιλίας. Τη Καλαμιώτισσα πάνω στο γρανιτένιο βράχο της Ανάφης. Το φαράγγι του Αη Γιάννη στην Αστροπαλιά. Τον Προφήτη Ηλία πάνω στο τριγωνάκι που εξείχε πλαγιαστά, πίσω από την κορυφογραμμή που φτάνει ως την Χώρα. Ανταλλάξαμε πληροφορίες για διάφορα άλλα μονοπάτια, για άλλα νησιά. Αποχαιρετιστήκαμε  σαν φίλες ετών. Στα μονοπάτια και στις ερημιές έχω βρει και έχω αποκτήσει τους καλύτερους φίλους. Έχω κάνει τις πιο αναπάντεχες, τις πιο «αξιοσημείωτες» συναντήσεις. Τις πιο ενδιαφέρουσες κουβέντες.

Μίλαγα όμως για τον κόπο και τον κάματο και για την χαρά να τα ξεπερνάς και να φτάνεις τελικά ως το σημείο που είχες βάλει στόχο. Είναι και  αυτό κάτι που σου χαρίζει ποιότητες που σε εμποτίζουν θετικά. Πεζοπορώντας στα μονοπάτια μαθαίνεις να εκτιμάς και να χαίρεσαι την διαδρομή αυτή καθαυτή. Άποψη επίσης πολύ χρήσιμη στη ζωή γενικότερα. Κι ακόμα, με το περπάτημα προς κάποιον συγκεκριμένο προορισμό, ασκείται η υπομονή και η επιμονή. Θα κουραστείς διπλά, αν αρχίσεις να μετράς κάθε τόσο πόσα χιλιόμετρα έκανες και πόσα ακόμα σου μένουν, μια και ως γνωστόν, όλα είναι στο μυαλό. Και τέλος, αν κάποια στιγμή κουρασμένος ή απογοητευμένος πεις, ας το, δεν πάω, είναι σίγουρο ότι αργότερα θα σε δηλητηριάσει το δυσάρεστο  αίσθημα της απογοήτευσης. Όλες αυτές οι σκέψεις, όλα αυτά τα συμπεράσματα είναι πράγματα που εφαρμόζονται και στη ζωή γενικότερα. Αυτή είναι η σοφία των μονοπατιών.

Τα μονοπάτια είναι λαξευμένα και χτισμένα με μεγάλη σοφία και οικονομία. Πεζοπόροι αιώνων τα άνοιξαν με τα βήματά τους περνώντας από τα πιο βατά σημεία της κάθε διαδρομής. Τα πιο πολυσύχναστα μονοπάτια, εκείνα που οδηγούν σε κεντρικά, κομβικά σημεία, μοναστήρια, μύλους, πηγάδια, πηγές οι άνθρωποι  τα έστρωσαν κάποτε με λειασμένες πέτρες, μικρές ή μεγάλες, τα έκαναν καλντερίμια. Είναι πολύ όμορφη η αισθητική των χτισμένων καλντεριμιών. Όταν βρίσκονται κοντά στους οικισμούς ή στα μοναστήρια είναι συνήθως ασπρισμένα με ασβέστη. Μετά από ώρες στα κατσάβραχα, άμα πατήσεις σε αυτά νομίζεις ότι πατάς σε βελούδινη μοκέτα. Πολλά απ’ αυτά τα καλντερίμια είναι αρχαία. Σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των Κυκλάδων με μινωική χάρη. Η απόσταση ανάμεσα στο κάθε σκαλοπάτι και ανάμεσα στην κάθε στροφή της κορδέλας είναι πάντα σοφά μελετημένη ώστε να σε κουράζει όσο το δυνατόν λιγότερο. Ανάλογα βέβαια και με το σχήμα του εδάφους. Κάποιες απότομες ανηφοριές μπορεί να γίνουν πολύ κουραστικές και ιδίως όταν τις κατεβαίνεις.   

Στις μέρες μας πολλά σημεία των πρώην καλοστρωμένων καλντεριμιών έχουν χαλάσει και έχουν γίνει σωροί από ασταθείς πέτρες. Είναι κάπως δυσάρεστο να βαδίζεις πάνω τους ισορροπώντας, ενώ οι πέτρες μετακινούνται ή κυλούν κάτω από τα πόδια σου. Μετά από εκείνα τα σημεία, ακολουθούν συνήθως τα στενότερα μονοπάτια που δεν έχουν ποτέ στρωθεί. Πατημένοι, στενοί διάδρομοι ανάμεσα στα αγριόχορτα και τα βοτάνια. Είναι φορές που σε σημεία τους η βλάστηση τα έχει καλύψει ή ο χρόνος τα έχει χαλάσει εντελώς. Πότε πότε συναντάς τα σημάδια κάποιου προηγούμενου που πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Ένα σπασμένο κλαδάκι, ένα πεταμένο κουτί τσιγάρων παλιάς μάρκας απ’ αυτές που καπνίζουν ακόμα οι γέροι αγωγιάτες στα νησιά, καβαλίνες μουλαριού, ίχνη σκυλιού είναι σημάδια ότι δεν έχεις χάσει το μονοπάτι, δεν κινδυνεύεις να βρεθείς σκαρφαλωμένος στις ακόμα στενότερες και πιο απόκρημνες διόδους των κατσικιών. Τα στενά αυτά σημεία των μονοπατιών είναι εκείνα που συνήθως περνούν και από τις πιο εντυπωσιακές τοποθεσίες. Καμιά φορά είναι και τα πιο επικίνδυνα σημεία, αν τυχόν είσαι από κείνους που φοβούνται το ύψος.

Θυμάμαι κάποτε πόσο είχε τρομάξει ένας φίλος που είχε έρθει μαζί μας. Είχε ανέβει άφοβα το μονοπάτι ως την κορφή. Καθώς όμως επιστρέφαμε κατηφορίζοντας την ίδια διαδρομή, σε κάποιο απόκρημνο σημείο κοίταξε προς τα κάτω και μόλις συνειδητοποίησε το ιλιγγιώδες ύψος στο οποίο περπατούσαμε  πανικοβλήθηκε. Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή χρειάστηκε να του τραγουδάω, για να ξεχνάει τον φόβο του και να περπατά.

Όταν ανηφορίζεις δεν μπορείς συγχρόνως να τραγουδάς, εκτός κι αν πηγαίνεις με πολύ αργό ρυθμό. Αλλιώς λαχανιάζεις. Στις κατηφόρες όμως και καθώς τα πνευμόνια και κατ’ επέκταση και ο εγκέφαλος έχουν ήδη οξυγονωθεί στο έπακρο, θες να τραγουδάς, να φωνάζεις, να χορεύεις, να στροβιλίζεσαι στα αλώνια. Έρχονται όμως στιγμές που το μονοπάτι σού επιβάλει να ελέγξεις και να συγκρατήσεις αυτή την υπέροχη εκστατική φόρα, για να μη βρεθείς στο κενό… Δυσάρεστο συμπέρασμα ζωής αυτό…

Οι έμπειροι πεζοπόροι και οι αναρριχητές το ξέρουν και στο λένε όμως. Η κατηφόρα, ενώ φαντάζει πιο εύκολη, είναι πιο δύσκολη από την ανηφόρα και θέλει πιο πολύ προσοχή. Και τα γόνατα, μετά από… κάποια ηλικία  πονάνε στις απότομες κατηφόρες. Είναι κι αυτό ένα μέρος της εκπαίδευσης που σου προσφέρουν τα μονοπάτια. Απλά και ρεαλιστικά, σε προετοιμάζουν εγκεφαλικά για την αναπόφευκτη φθορά του σώματος και των δυνάμεών του. Συγχρόνως όμως σου δείχνουν και το αντίδοτο. Δεν πάει να φθείρεται το σώμα. Ο νους όλο και πλουταίνει από τις όλο και πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες που σωρεύονται σαν θησαυρός.

Όταν κουράζονται τα πόδια μου και φτάνουν να πονάνε, προσπαθώ να φανταστώ ότι αυτά τα δυο πόδια δεν είναι παρά οι υπηρέτες του κεφαλιού μου. Είναι εκείνα που κοπιάζουν ώστε εγώ να μπορώ βλέπω, να ακούω, να μυρίζω και να αισθάνομαι ωραία πράγματα. Ο μυικός πόνος εξαφανίζεται τότε. Απλά τον παρατηρώ, σαν να συμβαίνει σε κάποιον άλλο. Το είχα σκεφτεί αυτό το κόλπο περπατώντας στα μονοπάτια και το εφάρμοζα χρόνια πριν αρχίσω την γιόγκα. Αυτή η προεργασία με βοήθησε αργότερα πολύ στις δύσκολες και τις κοπιαστικές ασάνας.

Εξάσκηση του νου και του σώματος λοιπόν. Και παρατηρήσεις και συμπεράσματα και εκλάμψεις και γνώση. Ευελιξία και ευεξία, αντοχή και σοφία. Ευτυχία. Είναι μερικά από τα ανεκτίμητα δώρα που σού δίνουν τα μονοπάτια, όταν τα περπατάς.

 

Όμως… κουράστηκα.

Και έτσι όπως κατεβαίνουμε αυτό εδώ το τέλεια στρωμένο και συντηρημένο τελευταίο μέρος του μονοπατιού με τα φαρδιά σκαλοπάτια, τυχαίνει συνεχώς το κατέβασμα του κάθε ενός σκαλιού να πέφτει στο ίδιο πόδι και κατά συνέπια και το βάρος μου να πέφτει κάθε φορά στο ίδιο μου γόνατο, το δεξί. Μόλις ένιωσα τη μικρή σουβλιά που προλέγει ότι σε λίγο, αν συνεχίσω έτσι, θα εξελιχτεί σε  πόνο. Όμως δεν καταλαβαίνω τίποτα πια.

Ζεσταμένη και υπερ-οξυγονωμένη μετά από το οχτάωρο τρανς, τινάζω το δεξί μου πόδι μπροστά με μια αργή, τρεμουλιαστή κλωτσιά, για να χλαρώσω τον μυ και να στείλω προς το πονεμένο γόνατο τους εσωτερικούς εκείνους χυμούς, τα μυστικά ναρκωτικά του σώματος που δρουν ως φυσικό παυσίπονο. Με έκπληξη διαπιστώνω εκείνη τη στιγμή ότι κάνοντας αυτήν την κίνηση, μου βγαίνει αθέλητα και εντελώς αυθόρμητα μια απ’ τις κλασσικές και χαρακτηριστικές εκείνες χορευτικές φιγούρες των παραδοσιακών χορευτών. Συνειδητοποιώ ότι το περπάτημα στα καλντερίμια, εκτός των άλλων, σε μαθαίνει και με τον πιο φυσικό τρόπο να χορεύεις. Σκάμε στα γέλια με τον Στάθη, καθώς επαναλαμβάνω την κίνηση, μιμούμενη κωμικά ένα βαρύ τσάμικο πάνω στις βελούδινες πέτρες του καλντεριμιού. Πιανόμαστε χέρι χέρι και αρχίζουμε να χορεύουμε μαζί στο φαρδύ καλντερίμι ξεκαρδισμένοι στα γέλια, ενώ ο ήλιος απέναντι δύει πίσω απ’ τα βουνά της Δονούσας.

 

 

 

Υστερόγραφο.

Σκέφτομαι κείνον τον λαϊκό ζωγράφο του προηγούμενου αιώνα, ανάπηρο απ’ τη μέση και κάτω, που ζούσε σε έναν απομακρυσμένο ορεινό οικισμό του νησιού στη μέση της μακρόστενης κορυφογραμμής. Τον φαντάζομαι μέσα από μια σκουληκότρυπα του χρόνου να μας παρακολουθεί που χορεύουμε ξέγνοιαστοι στο φαρδύ καλντερίμι με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, ενώ κατηφορίζουμε προς το χωριό για να ετοιμαστούμε για τον παγανιστικό επιτάφιο, Μεγάλη Παρασκευή του 2009.  

Τον βλέπω να σέρνεται πάνω στα χέρια του μέχρι το σημείο όπου οι λείοι βράχοι στέκουν κάθετοι σαν έτοιμο καναβάτσο  ζωγράφου και όπως το συνήθιζε, λένε, να λαξεύει πάνω τους με λαχτάρα δυο ανθρώπινες φιγούρες που χορεύουν πιασμένες χέρι χέρι, αποθανατίζοντας με την τέχνη του όλη τη χαρά της ζωής. Για να θυμίζουν οι φιγούρες αυτές σε κάθε διαβάτη που περνά από κει και τις βλέπει, ότι όσο είμαστε όρθιοι και γεροί και περπατάμε πάνω στα δυο μας πόδια, οφείλουμε να είμαστε απέραντα ευγνώμονες και ευτυχισμένοι για αυτό το χάρισμα που από συνήθεια το θεωρούμε, όμως δεν είναι, δεδομένο.

Ευχαριστώ λοιπόν την τύχη ή την Φύση, ή την Ενέργεια, ή τον Θεό, ή ότι άλλο τέλος πάντων, για το πολύτιμο αυτό δώρο κι ευχαριστώ τον πατέρα μου που από μικρή με έμαθε να αγαπώ και να απολαμβάνω τα ωραία τοπία, την φύση, τα παλιά καλντερίμια και τα μονοπάτια.

 

Κρίστη Στασινοπούλου

Αμοργός, Μεγάλη Βδομάδα του 2009

Monday, April 13, 2009 

Γκοα-σκόπιο, Γριές Ζητιάνες

<?xml:namespace prefix = o ns = "urn:schemas-microsoft-com:office:office" />.. ..

Μικροκαμωμένες και κοκαλιάρες, με μακριά άσπρα αχτένιστα μαλλιά, ρυτιδιασμένο μαύρο δέρμα, τυλιγμένες με κουρέλια από χρωματιστά σάρι, έτσι κάπως είναι οι γριές ζητιάνες που κάθε τόσο εμφανίζονται και βολτάρουν εδώ στο χωριό. Μοιάζουν με μάγισσες του Μεσαίωνα, με φιγούρες που έχουν βγει από κόμικς ή από παιδικά παραμύθια, δεν το πιστεύεις πως μοιάζουν καθώς σε πλησιάζουν κοιτώντας σε έντονα στα μάτια, με το βαθύ εξερευνητικό τους  βλέμμα. Στο μέτωπο τους το γνωστό κίτρινο ή πορτοκαλί σημάδι από σκόνη. Στο χέρι κρατάνε την εικόνα του Σίβα ή κάποιου άλλου θεού, μ’ ένα γιορντάνι από μαραμένους κατιφέδες κρεμασμένο πάνω της, ενώ στο λυγισμένο μπράτσο τους ισορροπούν μια  μικρή πλαστική λεκάνη γεμάτη με τις πολύχρωμες εκείνες σκόνες, με τις οποίες ευλογούν τα μέτωπα εκείνων που τους δίνουν ελεημοσύνη.

Ξεψυχισμένες από την πείνα και την περιπλάνηση ή από την ευλάβεια ή υποκρινόμενες, ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς τι απ’ όλα συμβαίνει, μια και οι ίδιοι οι Ινδοί, άλλοτε τους φέρονται με απέραντο σεβασμό και άλλοτε τις διώχνουν με το χειρότερο τρόπο. Δεν έχω καταλάβει ακόμα αν η γκάμα αυτή της συμπεριφοράς τους έχει να κάνει απλά με την διάθεση της στιγμής ή με κάποια σημάδια, από τα οποία οι ντόπιοι καταλαβαίνουν κατά πόσο η ζητιάνα είναι πραγματικά αναξιοπαθούσα, ή πραγματικά πιστή, ή απλά μια επιτήδεια Ινδή που δεν της φτάνει το επίδομα που παίρνουν οι άποροι ηλικιωμένοι εδώ στην πολιτεία της Γκόα. Είτε πραγματικές σαντού λοιπόν, είτε άπληστες, οι απερίγραπτες αυτές ηλικιωμένες γυναίκες με τα κουρέλια περιπλανιόνται  στα χωμάτινα σοκάκια του χωριού και μπαίνουν στις αυλές των χωριατόσπιτων με απλωμένο το χέρι ή δείχνοντας το στόμα τους με την χαρακτηριστική εκείνη χειρονομία που σημαίνει «κάτι να φάω».

Αυτή που είδα πριν λίγο μπήκε στην αυλή του Vashu και προχώρησε μέχρι την πόρτα της κουζίνας στο πίσω μέρος του διωρόφου οικήματος. Mια από τις γυναίκες του σπιτιού βγήκε μέσα από το σπίτι σπρώχνοντας μπροστά το κοριτσάκι του Βάσου, δύο χρονών περίπου, με μια ρουπία στο χέρι του. Την ακούμπησε φοβισμένο στη χούφτα της ηλικιωμένης ζητιάνας. Εκείνη το ευλόγησε, μουτζουρώνοντας με τις σκόνες το ήδη λερωμένο από χώμα και γράσα μέτωπό του. Μετά πήρε θάρρος και απ’ ότι κατάλαβα από την στιχομυθία και την γλώσσα του σώματος, άρχισε να ζητάει παραπάνω λεφτά. Είδα την γυναίκα του σπιτιού να σηκώνει αρνητικά το χέρι και να την διώχνει, με κάποια συστολή όμως και με την ίδια ενοχή στο πρόσωπο που νιώθουμε κι εμείς οι δυτικοί απέναντι στους αμέτρητους ζητιάνους της Ινδίας.

Η ζητιάνα έδειχνε απτόητη. Είχε πέσει σε σπίτι πιστών Ινδουιστών και μάλιστα με μικρό, πρωτότοκο παιδί, την έπαιρνε δηλαδή να επιμείνει στις απαιτήσεις της για περισσότερα. Η γυναίκα του σπιτιού, γυναίκα του Βάσου, αδελφή του, νύφη του, δεν κατάλαβα ποτέ ποια ακριβώς είναι ποια, αρνιόταν να δώσει περισσότερο μπαχσίσι. Η γριά ζητιάνα επέμενε να ζητά. Η στιχομυθία και οι χειρονομίες άρχισαν να  θυμίζουν τα καθημερινά παζάρια με τους κάθε είδους πωλητές. Μέχρι που μέσα από την πόρτα της κουζίνας προβάλανε και οι υπόλοιπες γυναίκες, αδελφές, νύφες, πεθερές, η κάθε μία τυλιγμένη με τα πιο όμορφα χρώματα και όλες μαζί άρχισαν με λόγια και με χειρονομίες να προσπαθούν να διώξουν την επίμονη γριά ζητιάνα από την αυλή τους. Όταν βγήκε πια και η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα, η μάνα του Βάσου θα ήταν, η ζητιάνα τα γύρισε. Μάζεψε μοιρολατρικά τα κουρέλια και τις σκόνες της, αποχαιρέτησε το νήπιο κοριτσάκι γλυκά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, το ευλόγησε ξανά με τα δάχτυλά της από μακριά και βγήκε από την αυλή του σπιτιού, σέρνοντας αργά τις φαγωμένες σαγιονάρες της στο κόκκινο χώμα. Έστριψε αριστερά και στόχευσε κατευθείαν στην αυλόπορτα του διπλανού χωριατόσπιτου.

.. ..

Μέσα απ’ τα χαμηλά ή τα διώροφα σπίτια του χωριού μπαινοβγαίνουν όλη μέρα οι γυναίκες με τα πιο όμορφα φουστάνια πατζάμπι και τα σάρι τυλιγμένα γύρω τους. Στους κότσους ή τις κοτσίδες τους κάθε πρωί μπλέκουν γιορντάνια από φρέσκα πολύχρωμα λουλούδια. Είναι πάντα στολισμένες με βραχιόλια, σκουλαρίκια στα αυτιά και το ρουθούνι τους, δαχτυλίδια στα δαχτυλάκια των ποδιών τους. Σχεδόν όλες οι νέες γυναίκες είναι κομψές και λυγερές. Κάποιες απ’ αυτές είναι πραγματικές καλονές.

Όποια χειρονακτική, δύσκολη και επίπονη εργασία κι αν κάνουν, παραμένουν ατσαλάκωτες μέσα στα όμορφα ρούχα και τα κοσμήματα τους. Είτε τρίβουν την μπουγάδα τους πάνω σε μια πέτρα, είτε μεταφέρουν τσιμέντο στις οικοδομές, είτε τραβάνε νερό απ’ το πηγάδι, είτε κουβαλάνε απίστευτα ογκώδεις μπόγους πάνω στο κεφάλι τους, μοιάζουν πάντα σαν ζηλευτά μανεκέν, σαν υπέροχες χορεύτριες μιας χορογραφίας του καθημερινού μόχθου για επιβίωση.

Τις παρακολουθώ κάθε πρωί που έρχονται στο μεγάλο πηγάδι για να γεμίσουν τις στάμνες τους με νερό. Σφίγγουν σαν αγχόνη ένα χοντρό σκοινί γύρω απ’ τον στενό λαιμό της πλαστικής στάμνας τους, την κατεβάζουν με μια τροχαλία μέσα στο νερό και την ξανανεβάζουν με κόπο απάνω, γεμάτη. Στερεώνουν την στάμνα στην μέση τους κόντρα στο κόκαλο της λεκάνης και ακινητοποιώντας την με το δεξί μπράτσο, φεύγουν για το σπίτι τους σειάμενες κουνάμενες.

Το νερό από τα πηγάδια είναι σχετικά καθαρό, οι ντόπιοι από αυτό πίνουν. Εμείς, όπως και όλοι σχεδόν οι δυτικοί, αγοράζουμε και πίνουμε εμφιαλωμένο.

Μια φορά στην Βομβάη, όταν ένα ακόμα από τα χιλιάδες παιδιά του δρόμου πλησίασε με το απλωμένο χέρι του το παράθυρο ενός ταξί, ο ταξιτζής του πέταξε ένα πλαστικό μπουκάλι νερού που ήταν παρατημένο στο πάτωμα του πίσω καθίσματος με μισό πόντο νερό μέσα. Το παιδί άρπαξε το μπουκάλι, το γύρισε ανάποδα στο στόμα του με λαχτάρα και ρούφηξε μονομιάς το ελάχιστο εκείνο απομεινάρι του νερού. Γύρω του μαζεύτηκε αμέσως ένα διψασμένο πλήθος αποστεωμένων παιδιών και ενήλικων με μάτια γεμάτα ελπίδα, μήπως ξέμεναν και για κείνους τίποτα τελευταίες σταγόνες νερού στο βρώμικο πλαστικό μπουκάλι.

Η Ινδία δεν είναι μόνο όμορφη. Είναι και πάρα, μα πάρα πολύ σκληρή. 

Και ιδίως η Βομβάη.

.. ..

.. ..

Συνεχίζεται…

Monday, March 30, 2009 

Αμοργός, 1997<?xml:namespace prefix = o ns = "urn:schemas-microsoft-com:office:office" />....

.. ..

Ξέπλυνα από το φουστάνι μου την κούραση των μονοπατιών.....

Το χρώμα της ήταν σταχτί του σχιστόλιθου και μπλε της θάλασσας.....

Η μυρουδιά της ήταν των βοτάνων και των ερπετών.....

.. ..

Ξέπλυνα τα μυστικά των αιώνων που βρήκα κρυμμένα στο άσπρο ερμάρι, στην κατεβασιά του βράχου προς τον Νότο.....

Τα μυστικά των χιλιετιών που ανακάλυψα στις μαρμάρινες γούρνες της Αρκεσίνης ανάμεσα στα κατσίκια και τους γλάρους.....

Τις προφητείες και τα θαύματα του Βαλσαμίτη.....

Τα βλέμματα των παραθεριστών στα μπαρ και τα καφέ της Αιγιάλης… ....

.. ..

Τώρα το φουστάνι μου στεγνώνει, ....

φουσκώνοντας στον άνεμο του Αιγαίου. ....

Nεύματα χαιρετισμού προς τον Προφήτη Ηλία απέναντι, ψηλά.....

.. ..

Η Χώρα δονείται στον ήλιο.....

.. ..

Monday, March 30, 2009 

BON FESTIVAL! Ιούλιος 2000<?xml:namespace prefix = o ns = "urn:schemas-microsoft-com:office:office" />....

Καλώς ήρθατε στο 21ο Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ του Μόντρεαλ!....

.. ..

.. ..

BON FESTIVAL! Μ’ αυτή την φράση, γραμμένη πάνω στα μακρόστενα κρεμασμένα πανό μας υποδέχεται, η πόλη του Μόντρεαλ στo Κεμπέκ του Καναδά, η πόλη που κάθε χρόνο φιλοξενεί ένα από τα μεγαλύτερα τζαζ φεστιβάλ του κόσμου: Tο Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ του Μόντρεαλ.

Μ’ αυτή τη φράση μας υποδέχτηκε κι εμάς ο οδηγός του βαν που ήλθε να μας παραλάβει απ’ το αεροδρόμιο του Μόντρεαλ, το Σάββατο 1 Ιουλίου του 2000. “Καλώς ήρθατε και Bon Festival! Χαίρομαι πολύ που σας παραλαμβάνω! Είναι η πρώτη φορά  που στο φεστιβάλ μας συμμετέχει Ελληνικό συγκρότημα.»

Κουρασμένοι από την πολύωρη πτήση, ξαπλώνουμε στα άνετα καθίσματα του βαν που κυλάει πάνω σε έναν εντυπωσιακό αυτοκινητόδρομο με τετραώροφους ανισόπεδους κόμβους, ανάμεσα από όμορφα προάστια με χαμηλά χρωματιστά  σπίτια στη σειρά, περιτριγυρισμένα από πράσινο και δέντρα, νερά παντού, τεράστια άσπρα, ροζ και γκρι σύννεφα στον ουρανό. Μέχρι που κάποια στιγμή μπαίνουμε σε μια μακριά σήραγγα τεσσάρων λουρίδων και, όπως μας εξηγεί ο οδηγός μας, επί ένα τέταρτο σχεδόν περνάμε κάτω απ’ την πόλη του Μόντρεαλ, για να βγούμε τελικά ακριβώς κάτω από το κέντρο της πόλης και  μάλιστα κατευθείαν στο υπόγειο γκαράζ του ξενοδοχείου μας.

.. ..

Wyndham Hotel. Αρχίζω την περιγραφή της εμπειρίας μας στο Μόντρεαλ μέσα από την καρδιά της πόλης, καθώς από την τζαμαρία του δωματίου μας στον δέκατο όροφο του ξενοδοχείου χαζεύω τις κορφές των ουρανοξυστών που υψώνονται διάσπαρτοι σαν μεσαιωνικά κάστρα ανάμεσα σε οικοδομικά τετράγωνα με παλιά σπίτια, καθεδρικούς ναούς και πανύψηλα δέντρα. Στον ουρανό κυριαρχούν ακόμα αυτά τα ανήσυχα σύννεφα που μετακινούνται διαρκώς, αλλάζοντας σχήματα και χρώματα μέσα στην αστραφτερή από τις συχνές μπόρες διαύγεια της ατμόσφαιρας. Ανάμεσά τους, στο ύψος του ματιού μου εδώ πάνω που βρίσκομαι, βλέπω να πετάνε γλαροπούλια και άλλα θαλασσινά πουλιά.

Το Μόντρεαλ είναι χτισμένο ολόκληρο πάνω σε νησί, στον ποταμό Σεντ Λόρενς που μοιάζει με απέραντη θάλασσα. Στη μέση της πόλης υψώνεται η κορυφή ενός κατάφυτου από ψηλά δέντρα λόφου, του Μοντ Ρεάλ, του «Βασιλικού Βουνού» δηλαδή, που έδωσε το όνομά του σε αυτή την γαλλόφωνη  πόλη του Κεμπέκ. Μια πόλη κοσμοπολίτικη με την βαθύτερη έννοια του όρου. Μεγάλες κοινότητες ανθρώπων από όλες τις φυλές του κόσμου ζουν και εργάζονται εδώ μονιασμένα και αρμονικά.  Με όλο τον «αέρα» και τον πλούτο της Βορείου Αμερικής, το Μόντρεαλ θυμίζει ταυτόχρονα πάρα πολύ και δυτική Ευρώπη. Σε κάποια σημεία του νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο Παρίσι, κάποια άλλα σε παραπέμπουν στην Νέα Υόρκη.

.. ..

Ήταν εκεί, στη πόλη του Μόντρεαλ που το 1979 τέσσερις πέντε φίλοι της τζαζ αποφάσισαν να στήσουν ένα μικρό αυτοσχέδιο τζαζ φεστιβάλ. Τα πρώτα εκείνα χρόνια το φεστιβάλ κάλυπτε μόνο μια μικρή γειτονιά του κέντρου με όλες κι όλες μια ή δύο εξωτερικές σκηνές. Σήμερα πλέον είναι ένα από τα σημαντικότερα του κόσμου, σίγουρα το μεγαλύτερο της αμερικανικής ηπείρου. Εκτός από ένα μέλος της  που πέθανε φέτος, η ίδια εκείνη παρέα ανθρώπων είναι, που συνεχίζει να διοργανώνει το φεστιβάλ μέχρι και στις μέρες μας.

.. ..

Το Festival International de Jazz de Montreal κρατάει πλέον δέκα μέρες κάθε χρόνο, συνήθως προς το τέλος Ιουνίου με αρχές Ιουλίου και φιλοξενεί, δύο με δυόμισι εκατομμύρια επισκέπτες απ’ όλο τον κόσμο που μπορούν να παρακολουθήσουν γύρω στις 450 συναυλίες, πάνω από τις μισές δωρεάν, τις υπόλοιπες με εισιτήριο. Είναι το μεγάλο ετήσιο πανηγύρι της πόλης, του οποίου οι προετοιμασίες κρατάνε ολόκληρο τον χρόνο. Το φεστιβάλ επιχορηγείται από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς. Παρ’ όλη τη παγκόσμια αίγλη και φήμη του, για πρώτη χρονιά φέτος, μετά από 21 χρόνια λειτουργίας, έβγαλε κέρδος. Αξίζει να αναφέρω εδώ ότι κάθε χρόνο, μια βδομάδα μετά το τέλος του φεστιβάλ δημοσιεύεται στις τοπικές εφημερίδες ο λεπτομερής ισολογισμός του. Και φυσικά, σε μια τόσο ευνομούμενη και δημοκρατική χώρα, σε μία τόσο έντιμη και καθαρή διοργάνωση, πάρα πολλοί πολίτες της πόλης,  κυρίως νέοι, δουλεύουν στο φεστιβάλ ως εθελοντές, φροντίζοντας με όλη τους την καρδιά να περνάνε καλά και οι ίδιοι, και να περνάνε ακόμα καλύτερα οι φιλοξενούμενοι τους.

.. ..

Τα μεγαλύτερα ονόματα της τζαζ κυρίως μουσικής, αλλά και όχι μόνο συμμετέχουν κάθε χρόνο στο Festival International de Jazz de Montreal. Πλάι τους, στα ίδια πάλκα, απολαμβάνοντας την ίδια καλή φιλοξενία και οργάνωση, εμφανίζονται κάθε χρόνο και συγκροτήματα και μουσικοί απ΄ όλο τον κόσμο, που εκπροσωπούν και πιο πειραματικές, πιο εναλλακτικές μουσικές σκηνές και τάσεις, και που απευθύνονται και σε πιο ειδικό κοινό. Είναι αξιοσημείωτη η ποικιλία του κόσμου που κάθε χρόνο μαζεύεται και παρακολουθεί το φεστιβάλ.

Κάθε μέρα, γύρω στις 12:00 το μεσημέρι, μια έκταση του κέντρου της πόλης που θα την συνέκρινα με την δική μας ευρύτερη περιοχή γύρω από το Σύνταγμα, Ζάππειο, Θησείο, ίσως και Ομόνοια, απομονώνεται από τα αυτοκίνητα. με πολύχρωμα κινητά  διαχωριστικά πανό που οριοθετούν τον χώρο του φεστιβάλ. Μέσα σ’ αυτήν την έκταση που περιλαμβάνει δώδεκα ανοιχτές σκηνές σε δρόμους, σταυροδρόμια και πλατείες, και άλλες δέκα σκηνές σε κλειστούς χώρους, περιπλανιέται από το μεσημέρι μέχρι τα μεσάνυχτα ένα πολύχρωμο πλήθος διακοσίων – τριακοσίων χιλιάδων ανθρώπων, όλων των ηλικιών, των φυλών, των χρωμάτων, των μουσικών γούστων:

Πιτσιρικάδες με πολύχρωμα μαλλιά, σαραντάρηδες και πενηντάρηδες που παρέμειναν φρικιά μιας άλλης εποχής, ευτραφείς μεσοαστοί Αμερικάνοι, μαύροι και μαύρες με πλουμιστά, αφρικάνικα ντυσίματα, Ασιάτες μετανάστες με ολόκληρες τις οικογένειές τους, ηλικιωμένα ζευγάρια με καπελάκια ή ομπρέλες του ήλιου που παρακολουθούν υπαίθριες μπάντες χάλκινων πνευστών, ζευγάρια που χορεύουν αγκαλιασμένα, άτομα με ειδικές ανάγκες στα καροτσάκια τους, οικογένειες με τα μωρά στη πλάτη ή πάνω στα πλαστικά καρότσια που προσφέρει το φεστιβάλ ειδικά για τα νήπια. Συμπληρώστε το σκηνικό με τους πάγκους με φαγητά, ποτά και γλυκά απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, τα μαγαζάκια με τα σουβενίρ του φεστιβάλ, τους ζογκλέρ και τους μπάσκερς, τα ζωντανά «αγάλματα», τα πολύχρωμα μακιγιαρισμένα πρόσωπα των παιδιών, το «Πάρκο της Μουσικής».

Στο πάρκο αυτό στημένο στη μέση της κεντρικής πλατείας του φεστιβάλ τα πιτσιρίκια μπορούν να κάνουν τσουλήθρα μέσα στους σωλήνες τεράστιων πνευστών οργάνων, εξερευνώντας από το εσωτερικό τους τις τρύπες και τα κλειδιά ή να τραμπαλιστούν πάνω σε τραμπολίνα –κρουστά ή να χοροπηδήσουν εκστασιασμένα πάνω στα τέλεια κουρδισμένα σανιδένια πλήκτρα ενός υπερμεγέθους πιάνου, παράγοντας όλα μαζί με τα χοροπηδητά τους την πιο παράξενη, τυχαία μουσική,  συνθέσεις πιο φευγάτες κι από τους πιο τρελούς φρι τζαζ αυτοσχεδιασμούς των μουσικών που παίζουν στις γύρω πίστες.

.. ..

Οι συναυλίες στις δώδεκα εξωτερικές σκηνές, μικρές και μεγάλες, είναι δωρεάν και τα συγκροτήματα αλλάζουν κάθε δύο περίπου ώρες. Οι δέκα εσωτερικές σκηνές που λειτουργούν από τις 4:00 το μεσημέρι, μέχρι τις 3:00 τη νύχτα έχουν είσοδο με ξεχωριστό εισιτήριο για κάθε δύο γκρουπ. Κάθε τρεις, τέσσερις ώρες οι αίθουσες αδειάζουν και ξαναγεμίζουν με καινούργιο κόσμο. Προλάβαμε να μπούμε και να παρακολουθήσουμε συναυλίες σχεδόν στις μισές απ’ αυτές τις δέκα αίθουσες που τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου λειτουργούν ως  κλαμπ, θέατρα, αίθουσες συναυλιών ακόμα και εκκλησίες. Όλοι οι χώροι, ξεκινώντας από το κλαμπ Spectrum, όπου παίξαμε, τηρούν όλες τις προδιαγραφές που εγγυώνται ένα καλό λάιβ. Βλέπεις και ακούς καλά από παντού, δεν στριμώχνεσαι, δεν κλαις από την κάπνα. Αυτά από την πλευρά του πελάτη, του ακροατή.

Αλλά ας περάσουμε στην προσωπική μας εμπειρία ως μουσικοί που φιλοξενηθήκαμε από το φεστιβάλ και που παίξαμε σ’ αυτό.

Η πρόσκληση να παίξουμε στο Festival International de Jazz de Montreal στις 2 Ιουλίου του 2000, στο club Spectrum, στη σειρά Voices of the World, είχε φτάσει έξι, εφτά μήνες νωρίτερα  στην Musurgia Graeca, της ΛΥΡΑ, την εταιρία που κυκλοφόρησε τα «Ηχοτρόπια».  Το πρόγραμμα που πήραμε στα χέρια μας δυο μήνες πριν την συναυλία τηρήθηκε με ακρίβεια τετάρτου της ώρας. Μια πολυμελής ομάδα ηχοληπτών, μηχανικών σκηνής, φωτιστών κλπ έκανε τα πάντα ώστε μέσα στο προκαθορισμένο χρόνο του στησίματος και της πρόβας ήχου να είναι όλα έτοιμα και τέλεια για να παίξουμε χωρίς το παραμικρό πρόβλημα.

Δεν προλάβαινες για παράδειγμα να ζητήσεις κάτι που ήθελες στο monitor σου. Ο «ειδικός στα monitor των τραγουδιστών» ηχολήπτης που στεκόταν πλάι σου κατά τη διάρκεια του σάουντ τσεκ, διόρθωνε ότι ήθελες πριν καν προλάβεις να το εκφράσεις, λες και ήταν μέσα στο μυαλό ή καλύτερα μέσα στ’ αφτιά σου. Κάπως έτσι, φιλικό και συνεργάσιμο είναι και όλο το επιτελείο των εργαζόμενων στο φεστιβάλ. Από τους υπεύθυνους της διαμονής και της κίνησης, μέχρι τους υπεύθυνους των τεχνικών θεμάτων, των δημοσίων σχέσεων κλπ, όλοι δουλεύουν αυτές τις δέκα μέρες ακατάπαυτα, όντας συγχρόνως εντυπωσιακά χαλαροί, ευδιάθετοι, ευχάριστοι, ευγενικοί και φυσικά αποτελεσματικοί σε ότι αναλαμβάνει ο καθένας. 

Για όσο διαρκεί το φεστιβάλ το μεγαλύτερο μέρος του ισογείου του Windham  Hotel είναι διαμορφωμένο ειδικά σε γραφείο κίνησης και με τους πάγκους, τα γραφεία, τις σειρές από κομπιούτερ, τους πίνακες ανακοινώσεων κλπ, εξυπηρετεί όλο αυτό το πολύχρωμο εργαζόμενο μελίσσι. Δημοσιογράφοι, παραγωγοί, διοργανωτές συναυλιών, μάνατζερ καλλιτεχνών, εκπρόσωποι δισκογραφικών εταιριών μπαινοβγαίνουν ακατάπαυτα σ’ αυτήν την αίθουσα, την καρδιά του φεστιβάλ, σ’ ένα πολυεθνικό αλισβερίσι της διεθνούς σόου μπίζνες, που όταν το παρακολουθήσεις από κοντά, αναστατώνεσαι κάπως και αναρωτιέσαι τι σχέση έχεις τελικά με όλο αυτό και που βρέθηκες εκεί μέσα…;

.. ..

Η καρδιά του φεστιβάλ μπορεί να χτυπά στο ισόγειο του Windham Hotel, όμως το αίμα παράγεται, ανανεώνεται και κυκλοφορεί στις σκηνές και στους δρόμους, όπου ο κόσμος τριγυρνάει και ακούει και ενημερώνεται και ευφραίνεται και διασκεδάζει, χορεύει και γελάει, πίνει, φλερτάρει, ερωτεύεται, αστειεύεται, ψυχαγωγείται.

.. ..

Σε όλο αυτό το ξέφρενο γλέντι, φέτος τον Ιούλιο του 2000,  στο 21ο στη σειρά φεστιβάλ, μερικοί από τους πρωταγωνιστές είναι : ο Chick Corea, ο Gary Peacock, ο Al Di Meola, ο Charlie Haden, ο Sonny Rollins, ο Herbie Hancock, ο Wayne Shorter, ο Dave Holland, ο Jim Hall, ο Kenny Barron, ο Mino Cinelu, ο Manu Katche, ο Ray Charles, ο John Lee Hooker, η Koko Taylor, η Dee Dee Bridgewater, ο Sting, η Patti Smith και άλλοι που δεν θυμάμαι.

.. ..

            Εκτός από τη τζαζ και το μπλουζ το φεστιβάλ εδώ και κάμποσα ήδη χρόνια  συμπεριλαμβάνει πια και μουσικές του κόσμου και φέτος ειδικά έδειξε μια προτίμηση στην σύγχρονη κουβανέζικη, αφρικάνικη και βραζιλιάνικη σκηνή. Κι ακόμα, φανκ, ρέγγε και εθνομπίτ έχουν φέτος την τιμητική τους. Το καθαρόαιμο ροκ είναι ελάχιστο με μοναδική ίσως εξαίρεση την Patti Smith. Την συνάντησα και την γνώρισα στο σαλόνι του Wyndham. Την επόμενη μέρα έφυγε για την επόμενη συναυλία της στο Τορόντο.

.. ..

            Στο θρυλικό Wyndham Hotel μένουν όλοι οι μουσικοί που ανέφερα παραπάνω. Κατά τη διάρκεια της ημέρας περιφέρονται ή αράζουν στα σαλόνια, τα μπαρ και τη ρεσεπσιόν, όπου συζητούν μεταξύ τους, δίνουν τις συνεντεύξεις τους, καλαμπουρίζουν, κουτσομπολεύουν, μέχρι να έρθει η ώρα των σάουντ τσεκ και των λάιβ . Τις νύχτες, εκεί γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα, όταν οι περισσότερες συναυλίες του φεστιβάλ έχουν πια τελειώσει, αρχίζουν τα αυτοσχέδια τζαμαρίσματα πάνω στο μόνιμα στημένο πάλκο στη μέση του κεντρικού μπαρ, στο ισόγειο του ξενοδοχείου. Όποιος θέλει ανεβαίνει και παίζει και τα παιξίματα κρατάνε ως το πρωί.

.. ..

Είναι η τελευταία μας νύχτα εδώ στο Whyndham Hotel του Μόντρεαλ. Πέντε μέρες πέρασαν σαν αστραπή, χωρίς να τις πάρουμε καλά καλά χαμπάρι. Η ενέργεια απ’ το ωραίο λάιβ που δώσαμε στο Spectrum την δεύτερη μέρα που φτάσαμε μας κρατάει ακόμα δυνατούς και ακμαίους. Φαίνεται πως ούτε απόψε δεν θα κοιμηθούμε. Τόσο το καλύτερο, θα πέσει ύπνος μακρύς αύριο στο αεροπλάνο. Πλησιάζω προς το μπαρ να ακούσω τον Kenny Barron που μόλις κάθισε στο πιάνο και ετοιμάζεται να τζαμάρει με το φιλαράκι του τον Mino Cinelu στα κρουστά. Μπροστά μας έχουμε ακόμα μιαν ολόκληρη νύχτα στο θρυλικό Festival International de Jazz de Montreal. ....

Bon Festival λοιπόν!

Monday, March 30, 2009 

Γκοα-σκόπιο, Sunjyot, η άλλη δασκάλα μου<?xml:namespace prefix = o ns = "urn:schemas-microsoft-com:office:office" />.. ..

.... 

«Που βρίσκεται η Ελλάδα;» με ρώταγε και με ξαναρώταγε η Sunjot, η …άλλη δασκάλα μου εκεί. Ένα απόγευμα έφερε το σχολικό βιβλίο γεωγραφίας της κορούλας της και άνοιξε τον χάρτη του κόσμου για να της δείξω. Μόλις της έδειξα την Ελλάδα, μια τόση δα κουκίδα, μια μικρή χερσόνησο κάπου εκεί στην άκρη της Ευρώπης φάνηκε να στενοχωρήθηκε πολύ. «Τόσο μικρή είναι η πατρίδα σου;» Ρώτησε απογοητευμένη. «Πόσους κατοίκους έχει;» Η έκπληξή της μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν της απάντησα, 10 εκατομμύρια». Ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Σχολιάσαμε το ότι ολόκληρη η  Ελλάδα έχει το ένα τρίτο του πληθυσμού της Βομβάης και μόνο. Άρχισα να της μιλώ για τα νησιά, τον τουρισμό, τη θάλασσα, τις παραλίες. «Αχ» μου είπε, «φαντάζομαι τα νησιά αυτά…  Μικρά και καταπράσινα, γεμάτα ψηλά δέντρα και καλύβες!» Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι το τοπίο είναι αρκετά αλλιώτικο από αυτό που φαντάζεται.

Στην Sunjyot πηγαίνω κάθε απόγευμα, μετά την δύση του ήλιου στις 6:30 για το ιδιαίτερο μάθημα φωνητικής και κλασσικής ινδικής μουσικής. Tο όνομα της σχολής, γραμμένο σε μια μεγάλη ροζ ταμπέλα κρεμασμένη στον φράχτη απ’ έξω. Academy of Classical Indian Music and Vocal Training.

Παρά τον πομπώδη τίτλο, η σχολή δεν είναι παρά ένα χαμηλό, τετράγωνο, πλίνθινο σπιτάκι με κεραμίδια, ένα παλιό, φτωχό χωριατόσπιτο με ένα μόνο μικρό δωμάτιο, μία χαμηλή πόρτα και ένα παράθυρο. Αφήνεις τα παπούτσια σου στην στενή είσοδο και μπαίνεις σε αυτό το δωματιάκι, καθαρό, δροσερό και εντελώς γυμνό από έπιπλα, όπως άλλωστε και τα περισσότερα σπίτια εδώ. Στον απέναντι τοίχο είναι καθισμένη χάμω η  Sunjyot, πάντα στολισμένη και χαμογελαστή. Στα δεξιά της υπάρχει μόνο μια μικρή, χαμηλή ραφιέρα με τα βιβλία και τις σημειώσεις της, και αριστερά της ένας ινδικός ταμπουράς. Κάθεται σταυροπόδι πάνω σε ένα μαξιλάρι, με την πλάτη στον τοίχο και έχει μπροστά της ένα ξύλινο, ινδικό αρμόνιο, με κλεισμένο όμως το καπάκι του, να χρησιμεύει μόνο σαν χαμηλό τραπεζάκι για γράψιμο, μια και, όπως λέει η ίδια και οι δάσκαλοί της, το αρμόνιο δεν είναι το κατάλληλο όργανο για συνοδεία ενός σωστού τραγουδιστή της κλασσικής Ινδικής μουσικής. Αρκεί και μόνο ο ταμπουράς.

Με αυτόν πρέπει να ασκείσαι στις ινδικές ράγγες, όπως ακριβώς και οι βυζαντινοί ψάλτες χρησιμοποιούν το ψαλτήρι, ή τους άλλους ψάλτες που κρατάνε το ίσο. Αν δεν έχεις ταμπουρά, το σρούτι μποξ, ο ηλεκτρονικός ταμπουράς δηλαδή, μπορεί πια στις μέρες μας να δίνει το ίσο. Είναι μια ηλεκτρονική γεννήτρια, μέσα σε ένα  μικρό τετράγωνο κουτί, το οποίο βρίσκεται  πάντα εκεί πλάι στο μαξιλάρι που κάθεται η δασκάλα.. Μόλις καθίσεις κι εσύ στο χαλάκι απέναντί της, τελειώνουν οι χαιρετισμοί και τα σύντομα νέα της ημέρας, η Sunjyot  πατάει το κουμπί του σρούτι μποξ και αρχίζει το μάθημα.

Ο συνεχόμενος, διαπεραστικός ήχος του  ηλεκτρονικού ταμπουρά σε βάζει κατευθείαν σε διαλογιστική διάθεση. Όλος σου ο εαυτός, σαν χορδή οργάνου, συντονίζεται με το τονικό κέντρο, την νότα που παράγει η μικρή ηλεκτρονική γεννήτρια. Το μάθημα αρχίζει με αργά επαναλαμβανόμενα ΩΜ πάνω στον τόνο που δίνει το σρούτι μποξ. Τα μάτια μας είναι κλειστά. Παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας της, δεν θάναι πάνω από 30, η Sunjyot είναι έμπειρη και σοφή δασκάλα. Καθώς τραγουδώ μαζί της το ΩΜ, από τον ήχο της φωνής μου καταλαβαίνει πότε είμαι έτοιμη να αρχίσω το μάθημα. Ακούει πότε ακριβώς καταλαγιάζει η αναπνοή μου από την πορεία πάνω στην απέραντη αμμουδιά μέχρι το σπιτάκι της, νιώθει πότε στεγνώνει ο ιδρώτας μου, πότε παύουν να με ενοχλούν τα κουνούπια, οι καπνοί και οι μυρουδιές από το παράθυρο, ή ο αέρας του μικρού ανεμιστήρα, πότε φεύγουν από το μυαλό μου οι εικόνες από την παραλία, οι συζητήσεις με τους φίλους που συνάντησα στον δρόμο, οι σκέψεις, η φασαρία του νου. Και τότε ανοίγει τα μάτια και  αντί για ΩΜ, αρχίζει σιγανά σιγανά να τραγουδά : ΣΑΑΑΑΑΑΑΑ. Την μιμούμαι.

Η μίμηση είναι ο βασικός τρόπος μάθησης εδώ στην Ινδία. Ακούς και κάνεις το ίδιο. Βλέπεις και κάνεις το ίδιο. Συντονίζεσαι με τον γκουρού σου, τον δάσκαλο ή την δασκάλα, σαν μωρό που μιμείται τις κινήσεις των μεγάλων και έτσι μεγαλώνει κι αυτό. Χωρίς πολλές πολλές σκέψεις. Χωρίς πολλές ερωτήσεις, αμφισβητήσεις, θεωρίες. Με αυτόν τον αρχέγονο και απλό τρόπο αρχίζει σιγά σιγά να ξεδιπλώνεται μέσα σου η ράγγα που μαθαίνεις κάθε φορά. Και μετά το τραγούδι, και μετά ο αυτοσχεδιασμός, και μετά η αποκορύφωση του alap, του tan, του ρυθμού. Χωρίς να το καταλάβεις αρχίζεις αυθόρμητα να επιπλέεις στα ρηχά, τα πολύ ρηχά, της ινδικής μουσικής. Στα βαθιά του ωκεανού αυτής της μουσικής δύσκολα κολυμπά κανείς αν δεν έχει γεννηθεί και μεγαλώσει με αυτήν. Εκτός και αν αποφασίσει να της αφιερωθεί ολοκληρωτικά.

Η μέθοδος αυτή της εξάσκησης στην μονοφωνία, η αυστηρή προσήλωση στον ένα τόνο με εντρύφηση στην λεπτομέρεια των ανόμοιων διαστημάτων, η αργή και ηδονιστική φωνητική διολίσθηση από την μία νότα της ράγγας στην επόμενη, μού θυμίζει την μέθοδο και τους τρόπους της βυζαντινής μουσικής που από μικρή ενδιαφερόμουν να μάθω. Ήταν γύρω στα 15 ή στα 16 μου, που είχα επισκεφτεί στη σχολή του τον μεγάλο μελετητή και δάσκαλο της Βυζαντινής μουσικής Σίμωνα Καρά, και του είχα ζητήσει να μπω να παρακολουθώ τα μαθήματά του. Όμως ο σπουδαίος εκείνος δάσκαλος ήταν παράλληλα και υπέρμετρα αυστηρός και συντηρητικός. Με την εμφάνιση φρικιού που είχα εκείνη την εποχή, με το που με είχε δει δεν με είχε δεχτεί στη σχολή του. Για να αλλάξω την εντύπωση που τού είχε προκαλέσει το ντύσιμό μου και να του δείξω ότι ήμουνα ένα «σοβαρό» κορίτσι, τού είχα πει τότε ότι πήγαινα στο Ωδείο όπου σπούδαζα κλασικό τραγούδι και όπερα. Ένας λόγος παραπάνω να μην με δεχτεί… Ο Σίμων Καράς  θεωρούσε ότι για να μπορέσεις να μάθεις και να υπηρετήσεις τη βυζαντινή μουσική, έπρεπε να μην έχεις άλλα ακούσματα. Να είσαι αγνός και εύπλαστος μουσικά.

Δεν έχω ακόμα καταλήξει αν συμφωνώ ή διαφωνώ με αυτό.  Αν και απογοητευμένη, συνέχισα τα απογεύματα να το σκάω από τα φροντιστήρια και από τα Γερμανικά μου, να ανηφορίζω στο γειτονικό και αγαπημένο μου Λόφο του Στρέφη και εκεί στις παρυφές του πευκοδάσους και με την θέα των Εξαρχείων και της Αθήνας στα πόδια μου, καθισμένη πάνω στο πέτρινο πεζουλάκι έξω απ’ τη σχολή, να ακούω μαγεμένη τις ψαλμωδίες και τις καταπληκτικές χορωδίες παραδοσιακών τραγουδιών που ξεχύνονταν από τα ανοιχτά παράθυρα της σχολής.

.. ..

Η ίδια εκείνη αίσθηση με τύλιξε ξανά μετά από τόοοσα χρόνια, καθώς περνούσα έξω από το σπιτάκι-σχολή της  Sunjyot στο στενό χωμάτινο σοκάκι που βγαίνει στην παραλία. Η ταμπέλα Academy of Classical Indian Music and Vocal Training τράβηξε το ενδιαφέρον μου. Στάθηκα να ακούσω, μπήκα να δω, και έτσι βρέθηκα με μια… Ινδή δασκάλα φωνητικής. Και συγχρόνως με μια φίλη που πριν και μετά και ανάμεσα στα μαθήματά, μού διηγείται τόσα ενδιαφέροντα πράγματα για την ζωή της, για την οικογένειά της, για την ζωή στα χωριά και τις πόλεις της Γκόα.

Η Sunjyot είναι γέννημα και θρέμμα της Γκόα. Ο  πατέρας της μουσικός,  είδε το ταλέντο της κόρης του και μετά το σχολείο την έστειλε να σπουδάσει κλασική Ινδική μουσική και τραγούδι στην περίφημη Kala Academy of Arts στο Panjeem.

Το Panjeem, η πολιτιστική πρωτεύουσα της Goa, είναι μια όμορφη πόλη-λιμάνι κτισμένη πάνω στις εκβολές ενός τεράστιου ποταμού που χύνεται τεμπέλικα στον ωκανό. Σε κείνο το σημείο δεν καταλαβαίνεις ακριβώς αν  πρόκειται για έναν φαρδύ ποταμό που εκβάλει στη θάλασσα ή για έναν βαθύ κόλπο της θάλασσας που εισβάλει στη πράσινη γη. Η βόρεια ακτογραμμή είναι γεμάτη αραγμένα ψαροκάικα, ενώ στην νότια βρίσκεται το εμπορικό λιμάνι και η πόλη. Η παλιά πόλη στον κεντρικό λόφο πάνω από την θάλασσα με στενά ανηφορικά δρομάκια, σκαλοπάτια και πολύχρωμα παλιά αρχοντικά σπίτια πορτογαλικού ρυθμού, δεν μοιάζει τόσο με Ινδία. Θα μπορούσε να είναι ένα γραφικό λιμάνι της Πορτογαλίας, ή της Λατινικής Αμερικής.

Η Kala Academy of Arts βρίσκεται στην μέση ενός πάρκου στην παραλιακή, περιφερειακή  λεωφόρο της πόλης και θεωρείται ένα από τα πολιτιστικά στολίδια της. Κάθε χρόνο φιλοξενεί ένα σημαντικό φεστιβάλ Ινδικού και παγκόσμιου κινηματογράφου καθώς και συναυλίες και παραστάσεις. Στο ανοιχτό αμφιθέατρο της σχολής πλάι στην θάλασσα και κάτω από τους φοίνικες και τα εξωτικά δέντρα του πάρκου παρακολουθήσαμε ένα βράδυ μια πολύ ωραία συναυλία του McLaughlin με τους Shacti. Ήταν το πιο πολύχρωμο κοινό που έχω πετύχει σε συναυλία. Ινδοί, Ευρωπαίοι, Αμερικάνοι, Αυστραλοί, Ισραηλινοί, Κινέζοι, Γιαπωνέζοι, Ρώσοι. Μόνιμοι κάτοικοι της Goa και περαστικοί, όσοι είχαν μάθει για αυτή την σημαντική συναυλία, ήταν όλοι εκεί.

.. ..

Η Sunjyot μου διηγείται συχνά για τα χρόνια που έζησε στο Panjeem, σπουδάζοντας Ινδική Κλασσική μουσική και τραγούδι στην Kala Academy of Arts.

Μοιραζόταν ένα νοικιασμένο σπίτι με άλλες δύο συμφοιτήτριές της. Ήταν σχεδόν θρησκευτικά προσηλωμένη στις σπουδές της. Και ως σήμερα συνεχίζει με την ίδια ευλάβεια να υπηρετεί την Σαρασβατί της οποίας η εικόνα, ξέχασα να το αναφέρω, είναι κρεμασμένη στον τοίχο της σχολής της στο Αραμπολ.

Η Σαρασβατί είναι η θεά της μελέτης της μουσικής. Στην κλασσική απεικόνισή της, είναι καθισμένη πάνω στο άνθος του λωτού και κρατά στα χέρια την μπίνα, ένα είδος ινδικού ταμπουρά. Είναι μια από τις γνώριμες φιγούρες των ινδικών εικόνων και αγαλματιδίων, που όμως δεν την συναντάς τόσο συχνά όσο τον Σίβα, ή τον Κρίσνα, ή τον Γκανέσα, το μωρό ελέφαντα. Αυτός ο τελευταίος πάντως είναι από τους πιο δημοφιλείς θεούς στην σύγχρονη Ινδία, μια και συμβολίζει την ευκολία στις δουλειές, την αποφυγή και την κατάργηση των εμποδίων, την πρόοδο στα οικονομικά ζητήματα.

Τον Σίβα,  τον Κρίσνα, τον Γκανέσα, την Λάξμι, το σύμβολο του ΩΜ, τα βλέπεις συνεχώς μπροστά σου στις Ινδίες. Στους ναούς, στα σπίτια, στα μαγαζιά, στα οχήματα, πάνω σε συσκευές, σε ψυγεία, σε  τουριστικά μπλουζάκια, σε βιτρίνες. Υπάρχουν και εκείνα τα απίστευτης αισθητικής αγαλματάκια θεών με τα πολύχρωμα λαμπιόνια και τα φωτορυθμικά, τέτοια έχουν συνήθως οι ταξιτζήδες στα παρμπρίζ τους.

Το άλλο καταπληκτικό που έχουν τα ταξί στην Ινδία είναι τα ηλεκτρονικά ρίνγκτοουνς που ακούγονται και σε προειδοποιούν όποτε μπαίνει η όπισθεν. 

Μόλις ακούσεις το χαρακτηριστικό ηλεκτρονικό ηχάκι να σου παίζει μια γνωστή μελωδία του Ινδικού κινηματογράφου, ή το χάπυ μπέρθντει ή το τζινκγλ μπελς προσέχεις μην έρχεται κατά πάνω σου με την όπισθεν κανά ταξί. Γιατί τότε δεν θα σε σώσει ο όποιος θεός κι αν καμαρώνει με τα φωτάκια του αναμένα στο παρμπρίζ του…

            Ξεκίνησα με την Σαρασβατί, και τις Ινδικές ράγγες και κατέληξα στα φτηνά ρινγκ τόουνς των Ινδικών ταξί. Όμως έτσι είναι η Ινδία. Έχει απ’ όλα. Απέραντη φτώχια και απέραντη χλιδή. Υπερσύγχρονους γυάλινους ουρανοξύστες και πλάι τους ατέλειωτες παραγκουπόλεις και εκατομμύρια άστεγους και πεινασμένους και διψασμένους στα πεζοδρόμια. Μεσαία, αστική τάξη στις τεράστιες πόλεις της και βεβαίως, εκατομμύρια αγρότες και ψαράδες που ανάλογα την περιοχή είναι και η κατάσταση στην οποία ζουν. Στην Ινδία συνυπάρχουν επίσης πολλές διαφορετικές εποχές. Ο εικοστός πρώτος αιώνας, η Ελλάδα του 50, ο μεσαίωνας, η εποχή των Βεδών, η προϊστορία. Όλα μπλέκονται ως εικόνες, ως καταστάσεις.

Ξυπόλητα παιδάκια του χωριού το πολύ δέκα χρονών, μπορεί να χειρίζονται έναν υπολογιστή σαν έμπειροι χάκερ. Πάρα πέρα οι γυναίκες πλένουν τα ρούχα τους στο βρώμικο ρέμα και καίνε τα σκουπίδια τους, οι χτίστες φτιάχνουν πλίνθους για το χτίσιμο των σπιτιών, οι καρυδάδες σκαρφαλώνουν στους κορμούς των πανύψηλων φοινικόδεντρων.

            Οι καρυδάδες είναι συνήθως μικροκαμωμένοι και ευκίνητοι. Αναρριχώνται ως την κορυφή του δέντρου, αγαλλιάζοντας τον λεπτό κορμό του με τα σκέλια και τις πατούσες και με τις μαντεμένιες χατζάρες το κλαδεύουν, κόβουν τα μαραμένα φύλα, τα επικίνδυνα κλαδιά και τις ινδικές καρύδες. Με το ίδιο εργαλείο σπάνε την άκρη της καρύδας για να πιούν το γάλα της και την ανοίγουν μετά στα δύο για να φάνε την άσπρη ψίχα. Με την μύτη της χατζάρας, πληγώνουν τα χλωρά κλαριά της φοινικιάς και μαζεύουν τον παχύρευστο άσπρο χυμό που στάζει, χρήσιμο στην φαρμακευτική, τη μαγειρική, τη παρασκευή καλλυντικών κλπ. Τα ξερά φύλα του δέντρου τα κάνουν ψάθες. Τα ξερά κλαδιά τα κάνουν καύσιμο, με τις ίνες των καρυδών γεμίζουν στρώματα και μαξιλάρια. Το γάλα και την ψίχα τα κάνουν γλυκά και σάλτσες. Με τους κορμούς χτίζουν. Τίποτα δεν πάει χαμένο από ολόκληρο το φοινικόδεντρο που για εκείνες τις περιοχές είναι ας πούμε ότι είναι για μας η ελιά. Χρήσιμο δέντρο. Ευλογημένο.

            Ευλογημένοι και χρήσιμοι και οι καρυδάδες! Είναι φόβος και τρόμος να περνάς κάτω από ακλάδευτα, εγκαταλελειμμένα, φοινικόδεντρα, ιδίως όταν κουνιούνται από τον άνεμο. Σαν χατζάρες πέφτουν συχνά από ψηλά με δύναμη και κρότο τα βαριά, κοφτερά φύλα τους, ή μεγάλα κομμάτια από τα κλαδιά τους, ή οι ώριμες καρύδες. Ντε και σε πετύχει κάτι απ’ αυτά, την πάτησες. Η Sunjyot μού περιέγραφε μια φορά πως «τσακώνονται τα φοινικόδεντρα μεταξύ τους, σαν να παλεύουν», όταν φυσάει ο άνεμος των μουσώνων. Λυγίζουν ως κάτω και πάνε κι έρχονται και χτυπιούνται και όλο και πέφτουν κομμάτια από κλαδιά και καρύδες και με τίποτα δεν πρέπει να περνάς από κάτω τους.

            Πώς να είναι άραγε εδώ τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, με τους μουσώνες; Βρέχει λέει ασταμάτητα, ποτάμια κατεβαίνουν στην θάλασσα κι η θάλασσα έρχεται ως πάνω και παίρνει όλη την άμμο και πέφτουν κεραυνοί και φυσάει. Όλα είναι μέσα στη λάσπη και τον νερό. Ελάχιστοι ξένοι, καμιά δεκαριά το πολύ, παραμένουν στο χωριό την εποχή των μουσώνων. Λείπουν και οι έμποροι και οι εστιάτορες από την Βόρια Ινδία, το Μανάλι, την Νταρμασάλα, οι μικροπωλητές από την Καρνάτακα του Νότου, οι Νεπαλέζοι, οι Θιβετιάνοι, οι Ινδοί των γύρω πόλεων που τους άλλους μήνες έρχονται για Σαββατοκύριακο και όλοι οι περαστικοί από τη Γκόα τουρίστες και ταξιδευτές των μηνών του δυτικού χειμώνα. Μόνο οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού παραμένουν.

            Μετά τους μουσώνες όλα είναι καθαρά. Η άμμος ξαναρχίζει να μαζεύεται. Τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο, τον Γενάρη και τον Φλεβάρη, η απέραντη, πλατιά και μακριά αμμουδιά μοιάζει πάλι με το άπειρο. Ιδίως τις ώρες της  άμπωτης, που η θάλασσα τραβιέται αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο μαλακό χαλί από βρεγμένη άμμο. Την ώρα της δύσης, όταν ο ήλιος βυθίζεται στην Αραβική θάλασσα όλη αυτή η επίπεδη, γυαλιστερή επιφάνια βάφεται ροζ. Με ροζ ανταύγειες βάφεται και ολόκληρος ο ουρανός και τα σύννεφα, αν υπάρχουν στον ορίζοντα. Είναι η ώρα που όλοι βγαίνουν στην παραλία να απολαύσουν το δειλινό. Μια από τις ωραιότερες ώρες στη ζωή του χωριού. 

συνεχίζεται…

Monday, March 30, 2009 

Γκόα-σκόπιο, Νοέμβριος 2006


<?xml:namespace prefix = o ns = "urn:schemas-microsoft-com:office:office" />.. ..

Πάλι εδώ, για τέταρτη συνεχή χρονιά. Φέτος ήρθαμε από νωρίς, αρχές Νοεμβρίου, αμέσως μετά από το Φεστιβάλ της Μανρέσα. Μέσα απ’ τα μικρά, απερίγραπτα ίντερνετ καφέ του χωριού επικοινωνώ και κανονίζω τα της ερχόμενης καλοκαιρινής σεζόν. Είναι καμιά δυο ώρες δουλειά την μέρα, αλλά δεν με χαλάει καθόλου να την κάνουμε από δω. Κάποια στιγμή από το περιοδικό Batonga! της Βαρκελώνης μού ζητάνε ένα κείμενο σαν αυτοβιογραφικό, σαν ταξιδιωτικ, να το δημοσιεύσουν αντί συνέντευξης με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του  «Ταξιδοσκόπιου» στην Ισπανία. Ετσι γράφω, «παραγγελία» και τους στέλνω μεταφρασμένο στα αγγλικά το Γκοα-σκόπιο.  ....

.. ..

.. ..

Ένας κατακόκκινος  ήλιος, λιωμένο χρυσάφι, βουλιάζει στον ορίζοντα του Ινδικού ωκεανού. Τα αραιά σύννεφα σχηματίζουν ροζ ψυχεδελικά σχέδια στον ουρανό, ενώ το ίδιο ροζ χρώμα αντανακλάται πάνω στην φαρδιά, γυαλιστερή έκταση της βρεγμένης άμμου που έχει αφήσει πίσω της η τραβηγμένη παλίρροια. Περπατώ κατά μήκος της ατέλειωτης παραλίας μέσα σε μια απερίγραπτη, γαλάζια και ροζ απεραντοσύνη. ....

Στο τελευταίο του βιβλίο Light on Life (πολύτιμο απόσταγμα μιας ζωής 85 χρόνων) ο BKS Iyengar, ένας από τους πιο φωτισμένους και σημαντικούς γιόγκι της εποχής μας, αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα και στους αστροναύτες που, αντικρίζοντας λέει την σφαίρα της γης από το διάστημα, πέφτουν σε μια κατάσταση εκστατικής φώτισης και συνειδητοποιούν πόσο μικρές και ασήμαντες είναι εδώ στην γη οι ανθρώπινες επιθυμίες μας, οι σκοτούρες, οι διαφορές μας, οι έχθρες, η απληστία.  ....

Κάπως έτσι σε κάνει να νιώθεις κι αυτό εδώ το απέραντο τοπίο, αυτή η ατέλειωτη γαλάζια και ροζ απλωσιά με το φοινικόδασος από πίσω και τα μακρόστενα, ωκεάνια κύματα μπροστά. Κύματα που, όπως δείχνει ο χάρτης, ταξιδεύουν ανεμπόδιστα ως μακριά απέναντι στις ακτές της Αραβίας και της Υεμένης. Τόνοι νερού, που ντε και κάνουν πως έρχονται ξαφνικά κατά πάνω μας, μπορούν μέσα σε ελάχιστα λεπτά, σαν μερμήγκια, να μας εξαφανίσουν όλους εμάς εδώ που απολαμβάνουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, την πανέμορφη δύση του ήλιου στην ειδυλλιακή αυτή παραλία της Goa.....

Κοιτάζω γύρω μου. ....

Διαλογιστές σε στάση λωτού με τα πρόσωπα στραμμένα στη δύση, γιόγκι σε δύσκολες ασάνες. Ισορροπιστές, ζογκλέρ, ακροβάτες, ομάδες ανθρώπων που ασκούνται στο τάι τσι, το τσι γκονγκ, την καποέιρα. Πιο πέρα παρέες που παίζουν τζέμπε και άλλα κρουστά, ενώ μπροστά τους περαστικές saniasin του Osho μετατρέπονται για λίγο σε αιθέριες χορεύτριες της κοιλιάς. Μουσικοί που μελετούν τα όργανά τους καθισμένοι πάνω σε πολύχρωμα λόγκι. Περιπατητές, κολυμβητές, ποδηλάτες, μέχρι και  ιπτάμενοι αιωροπτεριστές που κόβουν βόλτες από πάνω μας, ενώ οι ψαράδες τακτοποιούν τα δίκτυα τους και τα παιδιά του χωριού παίζουν ποδόσφαιρο ή κρίκετ στην επίπεδη, βρεγμένη άμμο. Αδέσποτα σκυλιά και αγελάδες  με μεγάλες καμπούρες μπερδεύονται κι αυτά ανάμεσα στον κόσμο που είτε είναι αραχτός στην παχιά άμμο της απέραντης παραλίας, είτε ασκείται σε μια άκρη, είτε περιφέρεται πλάι στους αφρούς των κυμάτων. ....

Τι ψάχνουν εδώ όλοι αυτοί οι άνθρωποι, φερμένοι από όλες τις άκρες του κόσμου; Ο τύπος από το Εκουαδόρ που προσπαθεί να ισορροπήσει τρεις γυάλινες σφαίρες στο ξυρισμένο κεφάλι του, ασκούμενος συγχρόνως στο overtone singing των σαμάνων της Τούβας; Ο Ιταλός αποστεωμένος γιόγκι από το Μιλάνο που μοιάζει με σαντού των Ιμαλαϊων; Ο Ιρλανδός δρυίδας με τα άσπρα μαλλιά ως τη μέση που περιφέρεται πάνω κάτω παίζοντας την φλογέρα του; Η ευτραφής αλλά ευλύγιστη Ισπανίδα με τον τεράστιο κότσο που κάθε απόγευμα βγαίνει στη παραλία και δοκιμάζει τις φιγούρες τις στο χούλα χουπ; Τι ψάχνει ο Michael, που έκλεισε την εταιρία του στην Γερμανία και γυρνάει τις Ινδιές φωτογραφίζοντας τους δασκάλους και τα κέντρα της γιόγκα σε κάθε πόλη και περιοχή; Τι ψάχνει ο Αλεξ από την Νυρεμβέργη και μένει σιωπηλός για ώρες κάτω από τους κοκκοφοίνικες ασκούμενος στην vipassana; Κι ο εγγλέζος Nick εγκατεστημένος από το 1972 στη Κατμαντού, που κάθε χειμώνα κατεβαίνει κι αυτός εδώ στο νότο της Ινδικής χερσονήσου για να βλέπει τα όμορφα ηλιοβασιλέματα; ....

Τι ψάχνω εγώ και ο Στάθης σε αυτή την θολή και επικίνδυνη θάλασσα, σε αυτή τη υγρή και ενοχλητική ζέστη; Που, έτσι κι αλλιώς καθόλου δεν μας λείπει εμάς των μεσογειακών η ζέστη, η θάλασσα και ο ήλιος. Γιατί παρατήσαμε σύξυλο στη τύχη του το «4ο παιδί μας», το Ταξιδοσκόπιο, την οικογένεια, τους φίλους και την μπάντα μας και ξυπνάμε κάθε πρωί στις 5:00 και αρχίζουμε τα ταξίδια μέσα στις στάσεις του σώματός μας;  ....

Ισορροπία, ευστάθεια, ευλυγισία, επικέντρωση, αυτογνωσία, ευθυγράμμιση, συντονισμό, τέτοιες ποιότητες βλέπω να αναζητούν και να ασκούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, όλοι αυτοί γύρω μας και εμείς οι ίδιοι. ....

Λες να είναι αληθινή εκείνη η προφητεία που λέει ότι η ευθυγράμμιση του άξονα της γης με τον άξονα του γαλαξία φέρνει μαζί της και την αλλαγή της ανθρώπινης συνείδησης, την εξέλιξη του ανθρώπου σε ένα πιο προχωρημένο ον; Ένα ον ευθυγραμμισμένο με την φύση του… ....

Μήπως τελικά, αυτό που το πέρναγα για άλλη μία ανοησία της «νέας εποχής», έχει κάποια βάση αλήθειας; Μια αλήθεια ολοφάνερη, ίσως! Ναι είναι φανερό, κοιτώντας γύρω μου, στην παραλία αυτή της Goa και μέσα μου, στην ανάγκη που με έφερε κι εμένα ως εδώ! ....

Ευθυγραμμίζομαι λοιπόν κι εγώ με όλον αυτόν τον κόσμο που αναζητά την ευθυγράμμιση, εδώ στους αφρούς των κυμάτων του Ινδικού ωκεανού, και ας λένε ότι όλο αυτό θα ξεκινήσει από την Νότιο Αμερική, ποιος ξέρει μπορεί τελικά και να ξεκίνησε ήδη από εδώ που βρίσκομαι …....

Που ακριβώς βρίσκομαι; Μη με ρωτάτε. Κατ’ αρχήν βρίσκομαι πάνω στο κέντρο της φτέρνας μου και στο τρίγωνο της πατούσας μου.  ....

Όσο για την τοποθεσία, δηλαδή, σε ποιο μέρος του κόσμου βρίσκομαι…;  Όπως δεν με άφησε ο Στάθης να γράψω ολόκληρα τα ονόματα των παραλιών στο οπισθόφυλλο από «Τα Μυστικά των Βράχων», έτσι και τώρα μου λέει να μην προδώσω το όνομα αυτού του χωριού.....

Ρωτήστε, και αν τύχει και βρείτε εκεί στην Βαρκελώνη τον Αλμπέρτο και τον Τζοζέ, δώστε τους τα χαιρετίσματα από το ζευγάρι των Ελλήνων μουσικών που τα βράδια τούς έπαιζαν ελληνικά τραγούδια με το λαούτο και το κιθαρόνι τους σε κείνο το μπαλκόνι από μπαμπού με θέα στον Ινδικό ωκεανό. Και καλή χρονιά !....

 ....