Gender: Male
Status: Divorced
Age: 82
Sign: Aquarius
City: Athens
Country: GR
Signup Date: 6/20/2007
|
|
|
|
Friday, May 29, 2009
 |
Current mood:  determined
Category: Life
Αφιέρωμα στον π. Ιωάννη Ρωμανίδη
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2001 Τ Ε http://www.parembasis.gr/2001/000_01_11_index.htm 7 0
Εκοιμήθη ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης
Ο διδάσκαλος της Ρωμηοσύνης

Τήν 1η Νοεμβρίου ε.έ. εκοιμήθη ο Πρωτοπρ. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Καθηγητής της Θεολογίας, ο «διδάσκαλος της Ρωμαίϊκης υποστάσεως του Γένους» (Ναυπάκτου Ιερόθεος, «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία»), «ένας από τούς μεγαλυτέρους ορθοδόξους θεολόγους του 20ού αιώνος» (π. Γεώργιος Μεταλληνός).
Ο π. Ιωάννης εκοιμήθη στην Αθήνα σε ηλικία 74 ετών, ύστερα από καρδιακό επεισόδιο, κατά την διάρκεια του πρωϊνού περιπάτου σε Εκκλησίες και την αγορά των Αθηνών, λίγο πρίν εισέλθη στην Εκκλησία της αγίας Κυριακής της οδού Αθηνάς.
Η κηδεία του έγινε την Τρίτη 6 Νοεμβρίου, στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Συμμετείχαν οι Σεβ. Αρχιερείς: Τυρολόης Παντελεήμων, Ναυπάκτου Ιερόθεος, ο οποίος και εκπροσώπησε τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο, Ιεραπύτνης Ευγένιος και πρ. Ατλάντας κ. Ιωάννης, ο Πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής Πρωτοπρ. π. Θωμάς Συνοδινός, ο Πρωτοπρ. π. Γεώργιος Μεταλληνός και άλλοι Ιερείς, η οικογένειά του, η αδελφή και ο ανηψιός του εκλιπόντος, και άλλοι μαθητές και φίλοι του. Τήν εξόδιο ακολουθία έψαλε ο χορός του Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως.
Στήν μνήμη του αειμνήστου π. Ιωάννη, η Εφημερίδα μας κάνει ένα μικρό αφιέρωμα, αφήνοντας να μιλήσουν γι' αυτόν οι μαθητές του –Επίσκοποι, Ιερείς, Καθηγηταί Πανεπιστημίου, κ.ά.– και να ανοίξουν έτσι τον μεταθανάτιο κύκλο –και χορό– των συζητήσεων για το πρόσωπο και το έργο του π. Ιωάννη. Γιατί ο π. Ιωάννης κοιμήθηκε, όμως δεν έπαψε να μιλά: «Μύσας ο ... Ιωάννης το στόμα, Αφήκεν ημίν άλλο τάς βίβλους στόμα» (στίχοι στον άγιο Ιω. Χρυσόστομο). Ο λόγος του, λόγος σύγχρονος και παραδοσιακός, διεισδυτικός και διακριτικός, οξύς και θεραπευτικός, πατερικός, θεολογικός, θα ακούγεται έντονα, όπου η μικρά ζύμη θα ζυμώνη όλο το φύραμα.
Αρχιμ. Κ.Ε.Γ.
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2001
αρχική σέλιδα
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Π. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001)
Μιλώντας για τον Διάβολο
Από τον Thomas Shaw
(http://www.theorthodoxreader.org/vol1999/reader_017.htm)

Πρόχειρη μετάφραση, Γιώργος Γεωργάτος. Επιμέλεια, μοναχός Θεολόγος Ιβήριτης, ως ελάχιστη προσφορά στήν μνήμη του δασκάλου π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδη, τήν ημέρα της νεκρώσιμης ακολουθίας του, 6η Νοεμβρίου 2001.
Δύο δεκαετίες πριν, ενώ ήμουν ακόμα ένας νεαρός Ορθόδοξος Χριστιανός, είχα το προνόμιο να ακούσω τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν να μιλά. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ καθαρά για τι ακριβώς μιλούσε, αλλά μια πρόταση ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου: «Αυτό που εκπλήσσει όσους μετέχουν στο κίνημα του Οικουμενισμού είναι πως, ενώ αυτοί συζητούν για το μέγα θέμα της ενώσεως των εκκλησιών, οι Ορθόδοξοι ακόμα μιλούν για τον διάβολο».
Η Ορθοδοξία ακόμα μιλά για τον διάβολο, επειδή συνεχίζουμε να βλέπουμε την επίδρασή του στον πολιτισμό που μας περιβάλλει και να γευόμαστε τις συνέπειες του πολέμου του κατά της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη θεολογία ήταν πάντοτε δυναμική, επειδή οι Ορθόδοξοι πιστοί μαχόμαστε σε αυτόν τον αόρατο πόλεμο. Κάθε γενιά πρέπει να ανακαλύπτει τις αλήθειες της Ιεράς Παραδόσεως εκ νέου, και σε αυτήν τη διαδικασία της ανακαλύψεως θα υπάρχουν διαφορές στην κατανόηση του περιεχομένου της Παραδόσεως. Αυτός ο δυναμισμός πάντοτε γεννούσε αμφιλεγόμενους θεολόγους μέσα στην Εκκλησία. Είναι αυτοί που βγαίνουν έξω από τις ασφαλείς φόρμουλες και προσπαθούν να αναδιατυπώσουν την Παράδοση χρησιμοποιώντας ασυνήθεις οδοδείκτες.
Ενας τέτοιος θεολόγος είναι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Το έργο του, σε αντίθεση με αυτό των σημερινών υπερειδικευμένων επιστημόνων, παρουσιάζει μια δυνατή ενιαία θέση, την οποία αυτός εφαρμόζει σε ευρύτατα χρονικά και τοπικά πλαίσια. Κάποιοι απορρίπτουν την τόλμη του ως απλουστευτική και υπερβολικά δογματική.
Συνάντησα για πρώτη φορά τον π. Ιωάννη ως φοιτητής της θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ήμουν παρών στην τελευταία παράδοσή του Ορθόδοξης Δογματικής πριν από τη συνταξιοδότησή του. Παρακολούθησα τα μαθήματά του για τρία χρόνια και διάβασα τα περισσότερα από τα έργα του, συμπεριλαμβανομένου και του «Φράγκοι, Ρωμιοσύνη, Φεουδαλισμός και δόγμα» (έχει εκδοθεί από τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού).
Ο π. Ρωμανίδης είναι ο τελείως αφηρημένος καθηγητής. Το παρατσούκλι του στον Τίμιο Σταυρό ήταν "π. Μεσάνυχτα", γιατί έδειχνε ότι δεν είχε επίγνωση του περιβάλλοντός του όταν μιλούσε. Αρχιζε πάντα τη διάλεξη με τον ίδιο τρόπο. Καθόταν κάτω και μιλούσε με απαλή φωνή, που μόλις ακουγόταν. Επειδή ξεκινούσε σχεδόν από τη μέση μιας σκέψης, φαινόταν πως η διάλεξη είχε ήδη ξεκινήσει πιο πριν μέσα του. Καθώς ζεσταινόταν με το θέμα του, η φωνή του υψωνόταν και τα μάτια του έλαμπαν. Μερικές φορές σταματούσε να μιλά και για μικρά χρονικά διαστήματα φαινόταν να τον παίρνει ο ύπνος. Το ακροατήριο των μαθημάτων του ήταν πάντα πολυπληθές, γιατί ήταν ο άνθρωπος που είχε κάτι να πει. Ήταν παράξενο, γιατί, ενώ η ειδικότητά του ήταν η δογματική, πάντα φαινόταν ότι δίδασκε ιστορία. Συνεχώς διηγόταν λεπτομέρειες για το τι συνέβη στη Γαλλία και στην Ιταλ?α του 9ου και του 10ου αιώνα ή στη Γαλλία και στη Ρωσία του 18ου αιώνα. Τον κριτικάρανε για αυτό. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν ειδικευμένος ιστορικός! [Αυτό δεν είναι αλήθεια, φυσικά. Εχει σπουδάσει Ρωμαϊκή και Ισλαμική ιστορία στο Χαρβαρντ (σ.τ.μ.)] Αλλά, ως Πατρολόγος, δίδασκε ότι οι Πατέρες δεν είναι δυνατόν να γίνουν κατανοητοί χωρίς την κατανόηση της ιστορίας της εποχής τους.
Ο π. Ρωμανίδης έχει μια θέση που επιστέφει την όλη θεολογία του: Ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να θεραπεύσει τον άνθρωπο από την πνευματική ασθένεια που προέκυψε από την Πτώση (αυτή η πνευματική αρρώστια χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της ευδαιμονίας) και να του δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσει τον Θεο. Μια δευτερεύουσα θέση του, που απορρέει από την πρώτη, είναι πως οι δογματικές διαμάχες στην ιστορία της Εκκλησίας προκαλούνται από αυτούς που δεν κατανοούν τη λειτουργία της ως πνευματικού νοσοκομείου. Ετσι, η πραγματική διαφορά με τη Δύση είναι η απώλεια αυτής της κατανόησης η οποία συνέβη γιατί στη Δύση κάποιες πολιτικές δυνάμεις μετέτρεψαν τους εκκλησιαστικούς θεσμούς σε απλούς πολιτικούς θεσμούς. Ως διαχειριστές πολιτικών θεσμών, οι ιθύνοντες της Εκκλησίας ενδιαφέρθηκαν για την ευδαιμονία του ανθρώπου, αντί για τον δοξασμό του για την απλή συγχώρηση των αμαρτιών του, αντί για την κάθαρση.
Αυτή είναι η θέση του που αμφισβητείται. Σε οικουμενιστικούς κύκλους είναι αποδεκτή μια πολιτισμική ερμηνεία του σχίσματος Ανατολής-Δυσης. Συμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η Δυτική, λατινόφωνη Ρωμαϊκή Εκκλησία και η Ανατολική, ελληνόφωνη Βυζαντινή Εκκλησία ήρθαν σε διάσταση, οφειλόμενη σε πολιτικούς και πολιτιστικούς παράγοντες. Τα ουσιαστικά στοιχεία της «αδιαίρετης Εκκλησίας» παραμένουν τα ίδια και στην Ανατολή και στη Δύση. Η αποστολή της θεολογίας του Οικουμενισμού είναι να επανακτήσει αυτήν τη χαμένη αμοιβαία κατανόηση.
Η θέση του π. Ρωμανίδου ανασκευάζει αυτές τις θεωρίες. Δεν υπήρξε ποτέ κάποια «Βυζαντινή» Αυτοκρατορία. Είναι μια εφεύρεση των δυτικών ιστορικών του 18ου αιώνα. Οι ρωμαϊκοί πολιτικοί θεσμοί παρέμειναν ανέπαφοι από την ίδρυση της Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, τον 4ο αιώνα, μέχρι την πτώση της, τον 14ο [το σωστό: 15ο (σ.τ.μ.)] αιώνα. Ο π. Ρωμανίδης διηγείται λοιπόν μια διαφορετική ιστορία. Όχι την ιστορία της Ελληνικής Ανατολής και της Λατινικής Δύσης, αλλά την ιστορία των Ρωμαίων και των Φράγκων. Η ιστορία του δεν είναι για κάποιους ανθρώπους που χωρίζονται, αλλά για τους Ρωμαίους που αγωνίζονται να διατρανώσουν τις αλήθειες της Ορθοδοξίας, ακόμα και όταν αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητη αντίθεση. Η θεωρία του για τους κρίσιμους αιώνες που οδήγησαν στο σχίσμα και στις σταυροφορίες μιλά για μια συστηματική υποδούλωση του Ρωμαϊκού πληθυσμού της Δύσης στους Φράγκους φεουδάρχες, οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να υποτάξουν ακόμα και τη Ρωμαϊκή παποσύνη και να την εντάξουν στο φεουδαλιστικό σχήμα τους.
Η αλήθεια της θέσεώς του έχει απαθανατιστεί στην αγγλική γλώσσα, όπου franchise (το να έχεις τα δικαιώματα ενός Φράγκου) σημαίνει το να έχεις δικαίωμα ψήφου, και villain (οι Ρωμαίοι κάτοικοι των πόλεων) σημαίνει κακός άνθρωπος. Δεν ήταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής αυτή που αποξενώθηκε από τις ρίζες και τις παραδόσεις της, αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Δύσης, που αντικαταστάθηκε από τον φεουδαλισμό. Ετσι, ενώ άλλοι θεολόγοι συζητούν για το μεγάλο έργο της ενώσεως των εκκλησιών, ο Ρωμανίδης συνεχίζει να μιλά για τον διάβολο.
Είναι η ιστορία ενός πολέμου ορατού και αοράτου. Είναι η ιστορία της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας της Εκκλησίας της Δύσης και η απειλή εναντίον μας, ως Ορθοδόξων, αν δεν καταλαβαίνουμε την ιστορία μας, την κληρονομιά μας και την Ιερά Παράδοσή μας σωστά. Αν επιτρέψουμε η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία να γίνει απλώς ένας ακόμα πολιτιστικός θεσμός με τα ιδιόμορφα λατρευτικά τυπικά και πρακτικές της, αν επιτρέψουμε η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία να γίνει μια θρησκεία, θα παίζουμε το παιχνίδι του διαβόλου και θα υποτάξουμε τους εαυτούς μας στους φεουδάρχες μας χωρίς ένα κιχ.
Λογω των αμφισβητήσεων που περιβάλλουν τη δευτερεύουσα θέση του π. Ρωμανίδου, πολλοί λησμονούν την πρώτη και πρωτεύουσα θέση του. Ας αφήσουμε τον π. Ιωάννη να το εκφράσει ο ίδιος: «Είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε μια καθαρή εικόνα του γενικού πλαισίου μέσα στο οποίο η Εκκλησία και η Πολιτεία είδαν τη συνεισφορά των δοξασθέντων στη θεραπεία της ασθένειας της θρησκείας, η οποία διαστρέφει την ανθρώπινη προσωπικότητα μέσω της αναζητήσεως της ευδαιμονίας, τόσο σε αυτήν, όσο και στη μετά τον θάνατο του σώματος ζωη. Μεσα σε αυτό ακριβώς το γενικό πλαίσιο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε νομικά την Ορθοδοξη Εκκλησία στη διοικητική διάρθρωσή της. Ούτε η Πολιτεία ούτε η Εκκλησία είδαν την αποστολή της Εκκλησίας ως μια απλή συγχώρηση των αμαρτιών των πιστών για την είσοδό τους στον Παράδεισο στην άλλη ζωη….
Τοσο η Εκκλησία όσο και η Πολιτεία ήξεραν καλά ότι η συγχώρηση των αμαρτιών είναι μόνο η αρχή της θεραπείας της αρρώστιας της ανθρωπότητας που συνίσταται στην αναζήτηση της ευδαιμονίας. Αυτή η θεραπεία ξεκινά με την κάθαρση της καρδιάς, φθάνει στην επαναφορά της καρδιάς στη φυσική της κατάσταση του φωτισμού, και ο όλος άνθρωπος αρχίζει να τελειοποιείται πέρα από τις φυσικές ικανότητές του δια του δοξασμού του σώματος και της ψυχής από την άκτιστη δόξα του Θεού. Το αποτέλεσμα αυτής της θεραπείας και τελειώσεως είναι όχι μόνο η μόνη κατάλληλη προετοιμασία για τη ζωή μετά τον θάνατο του σώματος, αλλά και η μεταμόρφωση της κοινωνίας εδώ και τώρα από μια συνάθροιση ιδιοτελών και εγωκεντρικών ατόμων σε μια κοινωνία προσώπων με μη-φίλαυτη αγάπη, η οποία 'ου ζητεί τα εαυτής'».
Για όσους ενδιαφέρονται να διαβάσουν τα έργα του π. Ρωμανίδου, αυτά είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο στη διεύθυνση http://www.romanity.org
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Επικήδειος λόγος για τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Στήν παρούσα εξόδιο ακολουθία εκπροσωπώ τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο, ο οποίος, παρά την επιθυμία του, δεν κατέστη δυνατόν να παρευρίσκεται ανάμεσά μας, και μεταφέρω τις ευχές του για την ανάπαυση της ψυχής του αειμνήστου π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην Εκκλησία της Ελλάδος με την συμμετοχή του σε διορθοδόξους και διαχριστιανικούς διαλόγους και συναντήσεις.
Συγχρόνως παρευρίσκομαι και ως Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, διότι τα τελευταία χρόνια ο αείμνηστος π. Ιωάννης είχε λάβει απολυτήριο από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, όπου υπηρετούσε, και συγκαταλεγόταν στο ιερατικό δυναμικό της Ιεράς Μητροπόλεώς μου.
Μέ τις δύο αυτές ιδιότητες αισθάνομαι πολύ έντονα το βαρύτατο έργο να αποχαιρετήσω κατά την εξόδιο ακολουθία τον αείμνηστο Καθηγητή των Θεολογικών Σχολών, δάσκαλο της πνευματικής ζωής, εκφραστή της ορθοδόξου ησυχαστικής παραδόσεως, αγαπητό μου Κληρικό, πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη. Όμως θα κάνω κουράγιο να ολοκληρώσω τον αποχαιρετισμό μου.
Ο αείμνηστος πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης δεν ήταν συνηθισμένη προσωπικότητα. Συνάδελφοί του θα σκιαγραφήσουν το συγγραφικό και διδασκαλικό του έργο. Όμως εκείνο που μπορώ να υπογραμμίσω είναι ότι ήταν σοβαρός ερευνητής και επιστήμων, γνώστης και διδάσκαλος της Ορθοδόξου Παραδόσεως, που συνετέλεσε πολύ στην αναγέννηση των θεολογικών γραμμάτων, αλλά κυρίως και προπαντός ήταν ευαίσθητος άνθρωπος. Είχε αφιερωθή ψυχή τε και σώματι στο βάθος της Ρωμηοσύνης, που γι' αυτόν ήταν η ουσία της γνησίας πνευματικότητος που απαλλάσσει τον άνθρωπο από την φιλαυτία, την ευδαιμονία και τις εκδηλώσεις του πεπτωκότος ανθρώπου. Πραγματοποίησε ένα μεγάλο εκκλησιαστικό, θεολογικό και εθνικό έργο. Εκπροσώπησε την Ορθόδοξη Θεολογία στην Αμερική, στις Θεολογικές Σχολές στον Λίβανο, την Δαμασκό, την Ευρώπη, σε Συνέδρια, σε Διαλόγους, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε αίθουσες κλπ. Όλοι άκουγαν έναν πρωτότυπο και συγχρόνως παραδοσιακό θεολόγο. Ελπίζω το μεγάλο του έργο, το οποίο παραγνωριζόταν από μερικούς όσο ζούσε, να εκτιμηθή τώρα μετά την κοίμησή του.
Θά ήθελα αυτήν την στιγμή να υπογραμμίσω δύο σημεία τα οποία κατά την γνώμη μου είναι ενδιαφέροντα.
Τό πρώτο είναι μιά επιστολή που απέστειλε το έτος 1958, πρίν 43 χρόνια, νεαρός τότε θεολόγος, στον μοναχό π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, στην οποία μεταξύ των άλλων του έγραφε:
«Λυπούμαι πολύ που δεν θα εορτάσωμεν εφέτος το Πάσχα μαζί. Ο νούς μου ευρίσκεται πάντοτε εις το Άγιον Όρος και με κάθε ευκαιρίαν προσπαθώ να διαφωτίσω τούς γνωστούς μου περί αυτού... Θά ήθελα πολύ να αλληλογραφώμεν. Νομίζω ότι θα λυπηθή ο διάβολος που δεν μάς αρέσει ο χριστιανισμός που προωθεί, αλλά τί να γίνη; Δέν ημπορεί κανείς να αρέση εις αυτόν όταν θέλη να αρέση εις τον Θεόν».
Καί ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, σχολιάζοντας την επιστολή του αυτή έγραψε: «Ο καλός μου φίλος και ευλαβέστατος Πρεσβύτερος Ι. Ρωμανίδης, δεν είναι θεολόγος της σειράς. Τήν Ορθοδοξίαν την έμαθε σε δύο-τρία Πανεπιστήμια και με την βοήθειαν της ασκήσεως που φωτίζει την ψυχήν. Κάτοχος 4 γλωσσών με βαθυτάτην επιστημονικήν αρτίωσιν... Είναι κυριολεκτικώς καλόγηρος, τρεφόμενος από τούς αγίους Πατέρας και με την αγίαν λειτουργικήν ζωήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υμνών τον Θεόν "επτάκις της ημέρας"» (Αθωνικά Άνθη).
Ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, εκπονώντας την διδακτορική του διατριβή, ήλθε σε επαφή με μοναχούς που ζούσαν την νοερά προσευχή και μάθαινε τα μυστικά της, την σχέση του νοός με την καρδιά. Επισκεπτόταν το Άγιον Όρος, και απέκτησε την βεβαιότητα των θεμελίων της πνευματικής ζωής, γι' αυτό και στα κείμενά του μιλούσε συνεχώς για τα κλειδιά της Ορθοδόξου Παραδόσεως που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Τό βιβλίο της δογματικής του είναι πρότυπο ορθοδόξου θεολογίας, ώστε ένας αγιορείτης να πή ότι είναι το καλύτερο εγχειρίδιο ορθοδόξου δογματικής, επειδή συνέδεε την θεολογία με την ορθόδοξη ησυχία.
Τό δεύτερο σημείο που θα ήθελα να υπογραμμίσω είναι τα όσα έχει γράψει στην διδακτορική του διατριβή περί του θανάτου. Ο θάνατος είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και η υπέρβαση του θανάτου γίνεται με την εν Χριστώ αναγέννηση του ανθρώπου. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Επειδή οι Έλληνες Πατέρες ανέκαθεν εδίδασκον ότι ο Θεός δεν εποίησεν τον θάνατον, συνέδεον δέ στενώς τάς εννοίας θάνατος, σατανάς και αμαρτία, η ευσέβεια της Ορθοδοξίας είχε πάντοτε ηρωϊκόν και αγωνιστικόν χαρακτήρα, επομένη τοίς ίχνεσιν των Μαρτύρων και Ομολογητών, παρά τοίς οποίοις ο φόβος και η οπισθοχώρησις πρό του θανάτου εσήμαινεν πτώσιν εις χείρας του σατανά και αποκοπήν από της πίστεως. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αείποτε προσεπάθησαν να καταπατήσουν το κέντρον του θανάτου και να αποκτήσουν την αμέριμνον ελευθερίαν. Χαρακτηριστικόν της Ελληνικής Πατερικής Παραδόσεως είναι ο συνεχής αγών κατά της τυραννίδος του θανάτου, του διαβόλου και της αμαρτίας διά της εν Χριστώ ζωής της ανιδιοτελούς αγάπης» (Προπατορικόν αμάρτημα, σελ. 158).
Αυτά δίδασκε ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Καί έτσι έζησε, ιδιαιτέρως τον τελευταίο καιρό που τον πλησίασα περισσότερο. Τόν επισκέφθηκα πρίν λίγους μήνες στην εντατική του Νοσοκομείου, που έπασχε από σοβαρό καρδιακό πρόβλημα και ήταν ήρεμος, διακατεχόταν από την αφοβία του θανάτου. Τό μόνο που τον απασχολούσε ήταν η θεολογική και εκκλησιαστική ζωή στον τόπο μας. Τόν επισκέφθηκα στο μικρό και απέριττο σπιτάκι του. Είχε απομακρυνθή τελείως από την όλην εκκλησιαστική δραστηριότητα και ζούσε ήρεμα, ήσυχα, όπως ακριβώς άρχισε την θεολογική του ζωή. Τό μόνο που έκανε ήταν να γράφη διάφορα κείμενα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και να τα βάζη στην ιστοσελίδα του (Romanity.org). Τά βράδυα ξυπνούσε, άναβε τα κεράκια σε ένα μικρό μανουάλι και προσευχόταν με το κομποσχοίνι. Ένας μεγάλος θεολόγος από ακαδημαϊκής πλευράς που προσευχόταν ως μοναχός. Ο τρόπος αυτός της ζωής του μού θύμιζε λίγο τον κοσμοκαλόγερο Παπαδιαμάντη. Απέφευγε συστηματικά την δημοσιότητα και ζούσε απλά, ταπεινά, ησυχαστικά!
Προσεύχομαι στον Θεό να τον αναπαύση για τούς κόπους που κατέβαλε να μεταδώση την Ορθοδοξία και να ζήση τα μυστικά της. Δέν είναι δυνατόν ο Θεός να παρίδη πρόσωπα σάν τον αείμνηστο π. Ιωάννη, που φλεγόταν μέχρι τέλους της ζωής του από τον ζήλο και την αγάπη για την ορθόδοξη ησυχαστική θεολογία και παράδοση.
Εύχομαι ο Θεός να παρηγορή τούς συγγενείς του κατά σάρκα (την αδελφή του, τις θυγατέρες του, τον ανηψιό του κ.ά.) και τούς συγγενείς του από πλευράς θεολογίας. Γιατί ο αείμνηστος είχε πολλούς οικείους εν τή πίστει.
Σεβαστέ π. Ιωάννη,
Τόν τελευταίο καιρό εξέφραζες το παράπονο ότι ο κόπος σου πήγε χαμένος, επειδή έβλεπες τα πράγματα να εξελίσσονται έξω από τα κριτήρια της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως που δίδασκες. Όμως τώρα θα γνωρίζης πολύ καλύτερα ότι η δύναμη της πίστεως και ο αυθεντικός θεολογικός λόγος είναι ισχυρότερος από τα πυρηνικά και χημικά όπλα και ότι ο σπόρος της αυθεντικής διδασκαλίας σου θα καρπίση. Τό υποσχόμαστε και εμείς οι μαθητές σου, Επίσκοποι και Κληρικοί, λαϊκοί και μοναχοί, όλος ο λαός του Θεού.
Σέ αποχαιρετούμε στην πορεία σου από τον κτιστό ναό στον άκτιστο ναό, από την χειροποίητη σκηνή, στην αχειροποίητη σκηνή, όπως σού άρεσε να λέγης, με την ελπίδα της αναστάσεως και της εκ νέου συναντήσεώς μας.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ερευνητής επιστήμονας και Καππαδόκης
του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη
Θά περάση πολύς καιρός μέχρι να αφομοιωθή το έργο του μακαριστού Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Ρωμανίδη· έργο θεολογικό και ιστορικό ή, μάλλον πιό σωστά, όπως έχει επισημάνει ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος, έργο που συνδέει την θεολογία με την ιστορία. Η θεολογία των αγίων Πατέρων δεν ήταν ένας άσαρκος φιλοσοφικός στοχασμός. Ήταν περιγραφή με κτιστές ανθρώπινες λέξεις της θεοπτικής εμπειρίας των «διαβεβηκότων εν θεωρία». Η εμπειρία αυτή, βέβαια, υπερβαίνει κάθε νόημα και κάθε φαντασία, γι' αυτό δεν μπορεί να περικλεισθή με πληρότητα σε καμμιά λογική περιγραφή. Ως εμπειρία, όμως, είχε (και έχει) ψηλαφητά αποτελέσματα, τα οποία μπορούν να μελετηθούν από διαφόρους κλάδους της επιστήμης. Κι' αυτό όχι μόνο στούς κατόχους της εμπειρίας, αλλά και στον λαό που διδασκόταν τις προϋποθέσεις και τον τρόπο προετοιμασίας γι' αυτήν την εμπειρία, γιατί επηρέασε τούς θεσμούς της κοινωνίας του και την σχέση του με την υπόλοιπη δημιουργία. Προσανατόλισε τον πολιτισμό, την πολιτική, την τέχνη του και την καθημερινή του ζωή –ακόμη και στις πιό υλικές εκφάνσεις της– στην θεολογική προοπτική του ανθρώπου. Αυτός ο λαός ήταν οι πολίτες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Σέ αυτόν τον λαό, χάρη στις μεγάλες μορφές των ελληνοφώνων Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και στην πολιτική διορατικότητα των ηγετών του, η αποστολική παράδοση βρήκε τις κατάλληλες –«κανονικές»– συνθήκες για να επιδείξη τα σωτήρια αποτελέσματα του μεγάλου «πειράματος» της εν Χριστώ ζωής. Συχνά ο π. Ι. Ρωμανίδης χρησιμοποιούσε ορολογία των εμπειρικών επιστημών, όταν μιλούσε για τον πραγματικό χαρακτήρα της ορθόδοξης θεολογίας. Τό «πείραμα», λοιπόν, της εν Χριστώ ζωής πραγματοποιήθηκε (και με κρατική συμμετοχή και υποστήριξη) μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές διαστάσεις, στούς πολίτες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Τά πρόσωπα των Αγίων ήταν κεντρικά πρόσωπα μέσα στην ιστορία της Ρωμηοσύνης, το πνεύμα της οποίας ταυτιζόταν με το πνεύμα της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». Αυτή η ταύτιση ήταν μιά μελετημένη πολιτική επιλογή των αυτοκρατόρων της. Απόδειξη αυτού του γεγονότος αποτελούν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, οι οποίες, όπως έλεγε ο π. Ι. Ρωμανίδης, ήταν αυτοκρατορικές σύνοδοι που απέβλεπαν στο να κάνουν νόμο του Κράτους την ορθή δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, καθώς και τούς ιερούς κανόνες που ρύθμιζαν την ζωή της.
Στήν πραγματεία του που έχει τίτλο «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι και πολιτισμός», γράφει: «...αι τοπικα σύνοδοι ήσαν μέρος της πρωτογενούς δομής της Εκκλησίας, ενώ η ΟικουμενικZ Σύνοδος ήτο κατ? τZν φύσιν της έκτακτος καq αυτοκρατορική. Δύναταί τις ν? παραλληλίση τ?ς Οικουμενικ?ς Συνόδους μS τZν ΑποστολικZν Σύνοδον των Ιεροσολύμων (Πράξ. 15, 6:6-29). Αι Οικουμενικαq Σύνοδοι, όμως, συνεκαλούντο υπό του βασιλέως των Ρωμαίων μS σκοπόν ν? αναγάγη εις Ρωμαϊκόν νόμον τZν έναντι των αιρετικών κοινZν πίστιν καq πράξιν των Αυτοκεφάλων και Αυτονόμων Εκκλησιών».
Η αιτία της ιδιαίτερης μέριμνας του Κράτους για την διασφάλιση της ορθής πίστεως βρίσκεται στον χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της θεολογίας της. Η άποψη του π. Ι. Ρωμανίδη, που θα παραθέσω παρακάτω –η οποία είναι πόρισμα αυστηρής επιστημονικής έρευνας στα κείμενα της αποστολικής και πατερικής παραδόσεως– είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές του: «Τό κλειδq δι? τZν κατανόησιν της μεταβολής της Ορθοδόξου Καθολικής Παραδόσεως από παρανόμου εις νόμιμον θρησκείαν καq κατόπιν εις επίσημον Εκκλησίαν, έγκειται εις το γεγονός, ότι η ΡωμαϊκZ Αυτοκρατορία διεπίστωσε, ότι δSν είχε απέναντί της απλώς μίαν επq πλέον μορφν θρησκείας φιλοσοφίας, αλλ? μίαν καλώς οργανωμένην Εταιρείαν Ψυχιατρικών Κλινικών, αι οποίαι εθεράπευον τZν αναζητούσαν τZν ευδαιμονίαν ασθένειαν της ανθρωπότητος καq παρήγον φυσιολογικος πολίτας μS ανιδιοτελή αγάπην, αφιερωμένους εις τZν ριζικZν θεραπείαν των προσωπικών τους καq των κοινωνικών νοσημάτων. Η σχέσις που ανεπτύχθη μεταξύ Εκκλησίας καq Πολιτείας, ήτο ακριβώς αντίστοιχος προς τZν σχέσιν μεταξύ Κράτους καq συγχρόνου Ιατρικής». «Εάν είχε μείνη ο ησυχασμός εις την καρδίαν της εθνικής ζωής, θα συγκατελέγετο μεταξύ των θετικών επιστημών. Τούτο, διότι η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικόν όργανον, που όλοι έχουν και το οποίον χρειάζεται θεραπεία»
Σέ μιά τέτοια θεολογική θεώρηση της Ρωμηοσύνης πώς μπορεί να περάση οποιαδήποτε ιδεολογοποίηση της θεολογίας, ή ο οποιοσδήποτε φυλετισμός; Όταν το ζητούμενο των «εφαρμογών της θεολογίας» είναι η ανακάλυψη και ενεργοποίηση της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου και η μετάβασή του από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη, πώς μπορεί να χαρακτηρισθή η ιστορική ανίχνευση αυτών των εφαρμογών «ιδεολόγημα της Ρωμηοσύνης» που «παραπέμπει στον φανατισμό διαμέσου του αντιδυτικισμού»(Μάριος Μπέγζος);
Ο π. Ιωάννης δέχθηκε από ορισμένους κύκλους σκληρή –έως υβριστική– κριτική. Αυτός, όμως, ήταν ελεύθερος από τα ιδεολογικά δεσμά που προσπάθησαν να προσαρμόσουν στο έργο του. Γι' αυτό, με την συνέπεια του αδέσμευτου ερευνητή, μπορούσε στα μαθήματά του να επισημαίνη: «Ο πατριωτισμός ο νεοελληνικός μάς έχει γεμίσει συνθήματα». Καί έφερνε σάν παράδειγμα τις συνέπειες που είχε η κριτική που έκανε στον Αριστοτέλη. «Όταν λέμε ότι ο Αριστοτέλης ήταν μεγάλος άνθρωπος και είχε μεγάλη αξία..., για τον νεοέλληνα αυτό σημαίνει ότι ό,τι διδάσκει ο Αριστοτέλης είναι αλήθεια... Γιατί αν έκανε λάθος ο Αριστοτέλης, τότε δεν μπορεί να είναι καλός. Διότι στην Ελλάδα μονο εκείνοι που δεν κάνουν λάθη είναι καλοί. Όποιος κάνει λάθος είναι κακός, ... Δηλαδή, έχουν ταυτίσει την ηθική με την επιστήμη οι Έλληνες οι σημερινοί και έχω μεγάλο πρόβλημα στο Πανεπιστήμιο».
Ο θεολογικός του λόγος απαιτεί ελευθερία από τις προκαταλήψεις που έχουν εισβάλει στην ελλαδική θεολογία και την απομάκρυναν από την αυθεντικότητα του αποστολικού και πατερικού κηρύγματος. Ο λόγος του βγαίνει μέσα από την αυστηρή επιστημονική έρευνα και από την πνευματική παράδοση της Καππαδοκίας. Μαθήτευσε κοντά σε μεγάλους δασκάλους, αλλά πήρε την πληρότητα της ζωής από τούς ευσεβείς γονείς του, που ζούσαν όπως και οι άλλοι πρόσφυγες από την Αραβησσό της Καππαδοκίας μέσα στην ατμόσφαιρα της θεολογίας των Καππαδοκών Πατέρων, χωρίς πιθανώς να το γνωρίζουν. Η ζωή των συμπατριωτών του αραβησσιωτών προσφύγων και στην νέα τους ελλαδική πατρίδα συνέχισε να είναι αυστηρά συντονισμένη με το τυπικό της Εκκλησίας. Ενδεικτικό της οικογενειακής του παραδόσεως είναι το ότι η μητέρα του εκοιμήθη ντυμένη το σχήμα της μοναχής στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που βρίσκεται στή Σουρωτή της Χαλκιδικής. Συχνά την μνημόνευε στις παραδόσεις του. Είχε θεμελιώσει την σκέψη του με την «πρακτική» της θεολογία. Γνώριζε, για παράδειγμα, εμπειρικά το απαραβίαστο και από τον Θεό της ανθρώπινης ελευθερίας, γι' αυτό έλεγε: «Άγιος με το ζόρι δεν γίνεται».
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα. Είχε την ελευθερία του ώριμου ερευνητή επιστήμονα και του διακριτικού πνευματικού πατέρα. Δέν απέρριπτε και δεν δεχόταν τίποτε πρίν το ερευνήση με δοκιμασμένα επιστημονικά και πνευματικά κριτήρια. Η ύπαρξη τέτοιων μεγάλων ανθρώπων μοιάζει με τα πολύ ισχυρά φάρμακα, τα οποία μαζί με τα θεραπευτικά αποτελέσματα παρουσιάζουν σε ορισμένους ασθενείς οργανισμούς κάποιες παρενέργειες. Η σωματική απουσία του π. Ιωάννου πιστεύω ότι εξάλειψε οποιαδήποτε «τοξικότητα» της κριτικής παρουσίας του στα θεολογικά πράγματα και μάς άφησε μόνο τούς θεραπευτικούς χυμούς του έργου του. Μακάρι να μή περάση πολύς καιρός μέχρι να καταλάβουμε την πραγματική τους δύναμη.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Λόγος Χρωματικός εις το εξόδιον του Πρεσβυτέρου Ιωάννου Ρωμανίδη
Εκφωνηθείς υπό Λάμπρου Σιάσου, Καθηγητού Πανεπιστημίου
(Ο κ. Σιάσος μίλησε εκ μέρους του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης)
Σεβασμιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,
Εξ αμετρήτων των μαθητών / προσερχόμεθα και ημείς / εις το εξόδιον τούτο, / δεδοικότες και ταπεινοί συνοδοί.
Αναλαβόντες εκ προσώπου / της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης / το διακόνημα τούτο.
Συνεισάγοντες εις την εκκλησιαστικήν / και Ιεραρχικήν ταύτην ιεροπραξίαν / την βαθυτάτη θλίψιν των Καθηγητών / και των Φοιτητών της Σχολής μας.
Εισκομίζοντες τις δεήσεις μας / διά των Αγίων και της Υπεραγίας Θεοτόκου / προς τον Τρισάγιον, τον Παλαιόν των Ημερών:
να δεχθή την ψυχήν / του κεκοιμημένου συναδέλφου, / του πεφιλημένου διδασκάλου, / και να την τάξη στην χώρα των ζώντων
Καί τούτο τελούμεν / χρεωστικώς / και δικαίως, / και εκκλησιαστικώς.
Εξ αμετρήτων της υπό τον ήλιον Σχολών / ο καθηγητής ιερεύς Ιωάννης Ρωμανίδης / ετίμησε επί τώ τέλει / την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Αυτήν επέλεξεν αμεταθέτως / ως εδραίαν βάση του / για να μεταλαμπαδεύσει στούς εκείσε σπουδάζοντες / όσα ο ιδρώς του προσώπου του, / –νοτίδος πρ¥ην άμοιρα– / εκείνος ιεροπρεπώς ενότισεν.
Εις το τρίτον αυτής Αμφιθέατρον / απηχεί εισέτι η πραεία / έστιν ότε και οξεία / μολπή του.
Εκείσε εδιδάχθημεν περί του αυτού / Ασάρκου και Σεσαρκωμένου Λόγου του Θεού.
Καππαδόκης αυτός υπερόριος / και υπερήφανος, / εκείσε ανεγίνωσκε τα της Δογματικής / των καππαδοκών Πατέρων υπερυψηλά σπου..
:«Περί της Θεολογικής Μεθόδου γενικώς». / Διά τούς αδαείς. / (και τότε ευρισκόμεθα - μασταν πολλοί.)
:«Περί της Θεολογικής Μεθόδου ειδικότερον». / Διά τούς προχωρημένους. / (και τότε ανευρίσκοντο ολίγοι.)
Εκεί προσήρχοντο και εγέμιζον τον χώρον ασφυκτικώς / φοιτητές και άλλων του Πανεπιστημίου Σχολών. / Καί ο πατήρ Ιωάννης επλήρου τον χώρον / ού ήμεν καθήμενοι.
Γ ε ρ α ρ ό ς αυτός / κάτισχνοι ημείς. / Ανεγίνωσκε από στήθους, δηλαδή εκ της καρδίας του / φθέγματα ανδρών Εκκλησιαστικών.
Αρχόμενος από του Μεγαλοφωνοτάτου Ησα|ου / - ώ! πόσον καινόν άμα και παλαιόν! - / Διερχόμενος διά των θεοπνεύστων / της Καινής Γραφέων.
Διά του Μάρτυρος - αγαπητού εις αυτόν - / Αγίου Ιουστίνου, / Αθανασίου του Μεγάλου, / και πάλιν των Καππαδοκών.
Ποιών στάσιμον μέγα / εις τον Ιερόν Φώτιον. / Τόν οποίον υπεραγαπούσε / και υπερτιμούσε / και υπέρ ανεγίνωσκε.
Περαίνων πάντοτε τον λόγον του και / αναπαυόμενος εις τον οικείον μας της Θεσσαλονίκης / Άγιον Αρχιεπίσκοπον / Γρηγόριον τον Παλαμάν.
Εγκεντρίζων την διδασκαλίαν του εις την εκκλη-σιαστικήν, / την ιεροπρεπή συνάμα και αυστηρή διακόσμηση.
Επιστημονικός μαζί και ιερατικός, / Ιωάννης ο καθηγητής και πρεσβύτερος / άπλωνε τις παλάμες του και ηγκαλίζετο / –ως γενναίος αυτός άμα και στοργικός– / όλην την ιστορίαν, την ιερά και την θύραθεν.
Καί αγωνίζετο απαύστως να διακρίνη / της δυσδιακρίτου μεθορίου τα συμπεφυρμένα.
Δι' αυτών και εξ αυτών / ο πατήρ Ιωάννης έχει αναρριπίσει / τολμηρώς και ζωηρώς τις θεολογικές σπουδές / στην Ελλάδα και εις την ξένην.
Επαρρησιάσθη αφόβως / ενώπιον ακροατηρίων ειδικών της αλλοδαπής.
Καί ομολόγησεν καυχώμενος όσα / οι προ αυτού ιερατικές διακοσμήσεις / εδογμάτισαν και ομολόγησαν.
Σεβασμιώτατε,
Ισχνόφωνος εγώ και μόλις λαλών, / αδυνατώ να περάνω εξ ιδίων τον λόγον μου.
Επιτρέψατέ μου να αρυσθώ δύναμη και λόγον / αλλαχόθεν, / εξ ανδρός τα μάλα Εκκλησιαστικού.
Ιωάννης ο Πρεσβύτερος, / ανήρ αγχίνους και διδασκαλικός, / «απήλθε / ζηλωτής και πυρίπνους, / τραχύς την ειλικρίνειαν / και τομός την γλώσσαν, / πλήττων αθώω τή γλώσση / ως ο Ηλίας έπληξεν / «αθώοις ταίς χερσίν» / τούς ιερείς των προσοχθισμάτων».
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Επικήδειος στον π. Ιωάννη Ρωμανίδη
από τον Καθηγητή π. Παναγιώτη Χριστινάκη
Τό Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών εκπροσώπησε ο Καθηγητής κ. Παναγιώτης Χριστινάκης.
Ο κ. Χριστινάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα και των συναδέλφων του, υπεγράμμισε την μεγάλη προσωπικότητα του εκλιπόντος, καθόσον «δεν φθάνουν τα λόγια για να περιγράψη κανείς μιά προσωπικότητα σάν τον π. Ιωάννη».
Εν συνεχεία στάθηκε σε δύο σημεία-περιστατικά της ζωής του π. Ιωάννη, σε δύο μαρτυρίες, τις οποίες θεώρησε εκφραστικές της προσωπικότητάς του.
Τό πρώτο σημείο αφορούσε ένα περιστατικό, στο οποίο ήταν μάρτυρας ο ίδιος, κατά το οποίο ο π. Ιωάννης, απορροφημένος από την προσευχή που συνήθιζε να κάνη βηματίζοντας, δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό σε έναν φοιτητή του, και αυτό έγινε αιτία να αποκαλυφθή, τελικά, η κρυφή αρετή του: «Δείγμα ότι πρώτα ήταν άνθρωπος του Θεού», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Χριστινάκης.
Τό δεύτερο σημείο αφορούσε το επιστημονικό του έργο και συγκεκριμένα την διδακτορική του διατριβή, «το προπατορικό αμάρτημα». Από τούς πολλούς διδάκτορες που έχει βγάλει η «επιστημονική φωλιά», η Θεολογική Σχολή Αθηνών, ο π. Ιωάννης ξεχώριζε: «Στήν περίπτωση του π. Ιωάννη, με την διδακτορική του διατριβή επιτρέψατέ μου να πώ ότι, για μένα, φάνηκε αμέσως ότι αυτό που βγήκε είναι αετόπουλο, ότι επρόκειτο να γίνη, όπως και έγινε, αετός, πέταξε πέρα, μακριά απ' εδώ, πήγε στην Θεσσαλονίκη». Τήν μετέπειτα πορεία του παρακολουθούσαν οι συνάδελφοί του των Αθηνών με «καμάρι», διότι τον θεωρούσαν και δικό τους Καθηγητή, μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής του, την οποία χαρακτήριζε «ο σταυρός και η λαμπάδα του Χριστού».
Καί ο κ. Χριστινάκης προέπεμψε τον π. Ιωάννη με την ευχή:
«Άς είναι αιωνία η μνήμη του, διότι μάς φώτισε και μάς φωτίζει πολύ».
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Επικήδειος στον π. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη
της Δ. Αθ. Λιάλιου
Συναχθήκαμε σήμερα εκ περάτων για να τελέσουμε το μυστήριο επί του ιερώς κεκοιμημένου, ηγαπημένου μας διδασκάλου, πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος πορεύεται εν φωτί στην χώρα των ζώντων αγίων προφητών, Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας μας, την θεωτική εμπειρία των οποίων ερμήνευσε λόγω και έργω.
Ερχόμενος στην Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του '70 και προερχόμενος από τις νέες εκτεταμένες επικράτειες του αποδήμου Οικουμενικού Ελληνισμού, ο Ρωμηός π. Ιωάννης, άρχοντας και κοσμοπολίτης, πλημμύρισε τις αίθουσες της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. με τον γλυκασμό της νηπτικής μας παραδόσεως και την φωτοφάνεια των λόγων των Πατέρων της Εκκλησίας μας, χαράσσοντας ο ίδιος, χωρίς προσωποληψία και φατριασμό, την κοίτη των θεολογικών μας σπουδών στην Συμβασιλεύουσα. Ο π. Ιωάννης σφράγισε την σκέψη και τον τρόπο μας αλλά και την αγάπη μας για την Εκκλησία, ως του Σώματος του Χριστού, όπου τα μέλη της, ζώντες και τεθνεώτες, κατά το μέτρο της δεκτικότητός μας, μετέχουμε των δωρημάτων της φωτοδοσίας του Τριαδικού Θεού. Γι' αυτό ο π. Ιωάννης μάς χάρισε το όραμα της Ζωής και της Αναστάσεως.
Στήν αρετολογία της επικρατούσας θεολογίας και στον πολύμορφο κοινωνικό προφητισμό ο π. Ιωάννης αντέταξε τον λόγο για την γνώση των ιστορικών ριζωμάτων της εκκλησιαστικής κοινότητας, όπου η σωτηρία είναι δωρεά της Χάρης του Τριαδικού Θεού και όχι καταξίωση της ανύπαρκτης αρετής μας, όπου η σωτηρία μας είναι κατά χάρη άκτιστη ως δωρεάν από τον Θεό θεραπεία στον άνθρωπο-εικόνα της αρρήτου δόξης του μόνου αθανάτου υπάρχοντος Θεού. Γι' αυτό έχουμε βεβαία την ελπίδα ότι "αναστήσονται γάρ οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοίς μνημείοις". Χριστός ανέστη, αγαπημένε μας Δάσκαλε.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ευχαριστούμε» και «καλή αντάμωση», π. Ιωάννη από Καλιφόρνια
Δοξασμένος ο Θεός εν τοίς αγίοις Αυτού. Δέν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο, από το να θρηνήσουμε για το γεγονός ότι δεν πρόκειται να συναντήσουμε πλέον τον Δρ. Ρωμανίδη εδώ στην γή, αλλά θα αναμένουμε την μελλοντική μας συνάντηση στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Ο Δρ. Ρωμανίδης έφερε επανάσταση στην κατανόηση της ιστορίας: ως πρώην ρωμαιοκαθολική μοναχή δεν γνώριζα τίποτε-τίποτε σχετικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ανατολική Ευρώπη. Αυτός μάς προσέφερε τον χαμένο κρίκο (missing link) της εξαφάνισης της Ορθόδοξης Ρωμανίας κάτω από την επαναγραφή της ιστορίας από τον Καρλομάγνο. Μεταδώσαμε στο εξωτερικό την τεκμηριωμένη παρουσίαση της ιστορίας της «Φράγκικης Εκκλησίας» και του Αυγουστίνου σε όσους έρχονταν και επιθυμούσαν να γνωρίσουν την αλήθεια για την Εκκλησία του Χριστού.
Οι προσευχές μας θα ενωθούν με τις δικές σας για την ανάπαυση της ευλογημένης του ψυχής κατά την κηδεία του την 6η Νοεμβρίου. Θά τον μνημονεύουμε σε κάθε θεία Λειτουργία στην μικρή μας Ενορία, εδώ στην κεντρική ακτή της Καλιφόρνιας.
Εν Χριστώ Ιησού, του μόνου Θεού και Σωτήρος.
Πρεσβυτέρα α. και Πρεσβύτερος α., Ορθόδοξη Ενορία του Αγίου Πνεύματος, L.O.CA.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ
Τό παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στην σελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος www.ecclesia.gr.
Απεβίωσε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου του 2001 ο Πρωτοπρεσβύτερος και Καθηγητής Ιωάννης Ρωμανίδης.
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας από τούς μεγαλυτέρους ορθοδόξους θεολόγους του 20ου αιώνα, κατήγετο από την Αραβησσό της Καππαδοκίας, από το χωριό του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου, στην μνήμη του οποίου εόρταζε. Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1927 στον Πειραιά από τον Σάββα και την Ευλαμπία Ρωμανίδη. Μεγάλωσε στην Νεά Υόρκη... Τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στην Νέα Υόρκη. Στό Γυμνάσιο μυήθηκε στον Θωμά τον Ακινάτη από έναν Καθηγητή του Καθολικό που στην συνέχεια έγινε Ορθόδοξος. Έτσι γνώριζε από νωρίς την σχολαστική θεολογία. Εν συνεχεία είχε λαμπρές σπουδές: σπούδασε στο αίήήklin της Μασαχουσέτης, στην Ορθόδοξη Σχολή του Τιμίου Σταυρού στην Βοστόνη, προτεσταντική θεολογία στο Πανεπιστημίο του Yale, στην ρωσική Θεολογική Σχολή της Νέας Υόρκης και εν συνεχεία στον άγιο Σέργιο, την επίσης ρωσική Θεολογική Σχολή της διασποράς στο Παρίσι. Ήξερε πολλές γλώσσες, ανάμεσα στις άλλες: αγγλικά, ελληνικά, ρωσσικά. Τό 1957 ανεκηρύχθη διδάκτωρ στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κοντά στον Καθηγητή Ιωάννη Καρμίρη. Τό 1968 εξελέγη και το 1970 διορίσθηκε τακτικός Καθηγητής της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήταν διδάκτωρ και του Πανεπιστημίου του άήίvήίd, όπου είχε Καθηγητή του τον π. Ιωάννη Φλωρόφσκι (τή γέφυρα που άνοιξε ο π. Ιωάννης Φλωρόφσκι με την πατερική μας παράδοση την ολοκλήρωσε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης) και προετοιμαζόταν να γίνη Καθηγητής της Ιστορίας ή στο Harvard ή στο Yale. Από το 1970 ήταν επισκέπτης Καθηγητής στην Θεολογική Σχολή του Μπαλαμάντ στον Λίβανο. Τό 1984 παραιτήθηκε από την θέση του Καθηγητού από το Πανεπιστήμιο Θεσαλονίκης.
Έργα του, εκτός από την πληθώρα των άρθρων και εισηγήσεών του, ήταν: Τό Προπατορικόν Αμάρτημα (1957), Δογματική, Ρωμηοσύνη-Ρωμανία-Ρούμελη, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας,... Εθεωρείτο ο μεγαλύτερος ορθόδοξος μελετητής του Αυγουστίνου. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης κατόρθωσε να δή το δόγμα, την πίστη μέσα στο ιστορικό και λειτουργικό της πλαίσιο, δηλαδή συνένωσε κάτι το πρωτόγνωρο: ιστορία, δογματική και λατρεία. Επανασυνένωσε την θεολογία μας με την πατερική παράδοση. Ανανέωσε κυριολεκτικά την ορθόδοξη θεολογία. Η θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδου είναι το θεμέλιο της θεολογίας μας στην συνέχειά μας, κατά τον π. Γεώργιο Μεταλληνό. Ζούσε έναν βίο διά Χριστόν σαλού.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν...»
του Αρχιμ. Καλλινίκου Ευ. Γεωργάτου
Στήν πλάτη των χορευτών του συλλόγου της ακριτικής Γουμένισσας, που παρουσίαζαν στην πλατεία της πόλης μας χορούς της Ανατολικής Ρωμυλίας, υπήρχε κεντημένος ένας δικέφαλος αετός.
Ένας δικέφαλος αετός, σύμβολο της Ρωμανίας, της ιστορικής αυτής αγιοτόκου κοινωνίας που την ζωογονούσε το πνεύμα της Εκκλησίας. Ο αγιασμός των μελών της περιγράφεται στούς λόγους των Πατέρων, στην σοφιολογία των ασκητών, στούς ύμνους της Εκκλησίας· μετά δέ την Άλωση στο Νέο Μαρτυρολόγιο.
Τόν συμβολισμό του Δικεφάλου –πέρα από το οικουμενικό βλέμμα σε Ανατολή και Δύση και την συνύπαρξη των δύο ηγετών– μπορούμε να τον διακρίνουμε στην εισαγωγή του σημαντικοτάτου για την ιστορία και την αυτογνωσία μας βιβλίου: «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», το οποίο συνέγραψε ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης:
«Ο Ρωμηός είναι από την Ρωμηοσύνην του αετός. Οι Ρωμηοί είναι προς αλλήλους αετοί και προς τούς ξένους αετοί...
Ο Ρωμηός είναι σκληρός και ελεύθερος και ουδέποτε αφελής. Καί όταν το σώμα του ή τα συμφέροντά του σκλαβωθούν, κάμνει ελιγμούς και υποκρίνεται αναλόγως των περιστάσεων, διά να παραμείνη με την ευφυΐαν του όσον το δυνατόν πλέον ελευθέρα η Ρωμηοσύνη του. Μέ υπερηφάνειαν τον Καραγκιόζη κάμνει και πάντοτε αδούλωτος αετός της Ρωμηοσύνης παραμένει...
Ναί μέν ο Ρωμηός έχει απόλυτον πεποίθησιν εις την Ρωμηοσύνην του, αλλά ούτε φανατικός ούτε μισαλλόδοξος είναι και ούτε έχει καμμίαν ξενοφοβίαν. Αντιθέτως αγαπά τούς ξένους, ουχί όμως αφελώς.
Τούτο διότι γνωρίζει ότι ο Θεός αγαπά όλους τούς ανθρώπους και όλας τάς φυλάς και όλα τα έθνη χωρίς διάκρισιν και χωρίς προτίμησιν. Ο Ρωμηός γνωρίζει ότι η Ρωμηοσύνη του κατέχει την αλήθειαν και είναι η υψίστη μορφή των πολιτισμών. Αλλά κατανοεί άριστα το γεγονός ότι ο Θεός αγαπά τον Ρωμηόν, όχι όμως περισσότερον από τούς άλλους. Ο Θεός αγαπά τον κάτοχον της αληθείας, αλλ' εξ ίσου αγαπά τον κήρυκα του ψεύδους. Αγαπά τον άγιον, αλλ' αγαπά εξ ίσου ακόμη και τον διάβολον.
Διά τούτο η Ρωμηοσύνη είναι αυτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη, και φιλότιμον και όχι κίβδηλος αυτοπεποίθησις, ιταμότης και εγωϊσμός. Ο ηρωϊσμός της Ρωμηοσύνης είναι αληθής και διαρκής κατάστασις του πνεύματος και όχι αγριότης, βαρβαρότης και αρπακτικότης.
Οι μεγαλύτεροι ήρωες της Ρωμηοσύνης συγκαταλέγονται μεταξύ των αγίων...
Ο χρυσούς αετός είναι η Ρωμηοσύνη των ρωμαίϊκων τραγουδιών και η καρδιά του αετού είναι ο χρυσούς σταυρός».
Ο Δικέφαλος αετός που έβλεπα στα γιλέκα των χορευτών, φαινόταν σάν να είχε πλασθή από τούς παραπάνω λόγους του π. Ιωάννη:
Πτερά μικρά· ικανά για ελεύθερο πέταγμα, ισχνά για να κυνηγούν.
Τό κορμί του, κορμί περιστεριού, φουσκωμένο, όχι από έπαρση, αλλά από αγνή συνείδηση.
Μέσα σχηματισμένη, κεντημένη η καρδιά του δικεφάλου· κεντημένη μεγάλη, να καλύπτη όλο σχεδόν το σώμα του, ως να μήν ήταν σώμα, αλλά δοχείο της καρδιάς. Μιά καρδιά ανοικτή, ευρύχωρη, γενναία· και στην μέση της καρδιάς ένας σταυρός, για να μήν ξεφτίζη η γενναιότητα σε θράσος.
Μάτια μεγάλα, γλυκά, εκφραστικά, μάτια πελαργού. Δέν διαπερνούν με ψυχρό βλέμμα, δεν προκαλούν ταραχή· μάτια μικρασιάτικα.
Κεφαλές περήφανες, όχι αλαζονικές· δεν παρατηρούν αρπαχτικά, δεν «καρφώνουν» βλοσυρά, αλλά μάλλον προς το στήθος ακουμπισμένες, σάν κεφαλή ησυχαστού, σάν κεφαλή πελεκάνου που είναι έτοιμος να σπαράξη, όχι άλλο θήραμα, αλλά τα πλευρά του για να ζωογονήση τούς νεοσσούς του· κοσμημένες, στεφανωμένες, σφραγισμένες με τον σταυρό.
Ένα πουλί, ένα σύμβολο. Γνωρίζουμε βέβαια ότι υπάρχει «αγκυλωτός» δικέφαλος, όπως υπάρχει αγκυλωτός σταυρός· δεν κάνουμε λόγο γι' αυτόν.
Ο δικέφαλός μας αετός, μοιάζει με τον αετό που προσπαθεί να μιλήση στούς αδιάφορους για τούς αιθέρες πετεινούς –αρχηγούς κατά τα άλλα στούς ορνιθώνες τους– πόσο θαυμάσια εμπειρία είναι να πετάς στούς αιθέρες και να βλέπης άλλες χώρες (Όσιος Σιλουανός).
Είναι το στερνό «καλό πουλί» των τραγουδιών μας:
«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν, εβγαίν' από την Πόλιν,...
εσείξεν τ' έναν φτερό, σ' σο αίμαν βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλον το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον.
"Αϊλί εμάς, και βάι εμάς, πάρθεν' η Ρωμανία!"».
Αυτός είναι ο δικέφαλος αετός μας, που «από τα σανδάλια των Παλαιολόγων» –έστω–, εμβήκε στις καρδιές μας, διότι είναι το στερνοπούλι της Ρωμανίας, και εμβήκε στις εκκλησιές μας κάτω από τον Σταυρό, διότι είναι το σύμβολο μιάς επίγειας πολιτείας που βίωσε, κατά το δυνατόν, το σταυρικό πολίτευμα.
Αυτός ήταν και ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης!
---------------------------------------------------------------
Αφιέρωμα στον π. Ιωάννη Ρωμανίδη, τον Θεολόγο και Ρωμηό.
Όμιλος Ελληνικού Πολιτισμού
Δρ. Δημήτριος Κ. Γερούκαλης
Οκτώβριος 2003, ΚΩΣ
Την πρώτη Νοεμβρίου 2001 εκοιμήθη ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, καθηγητής της Θεολογίας, ο «διδάσκαλος της Ρωμαϊκής υποστάσεως του Γένους, «ένας από τους μεγαλύτερους ορθόδοξους θεολόγους του 20ου αιώνα».
Με τη συμπλήρωση δυο χρόνων από την εκδημία του το παρόν κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του.
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ .Ιερόθεος είπε στον επικήδειο λόγο του: «Σεβαστέ π. Ιωάννη, τον τελαυταίο καιρό εξέφραζες το παράπονο ότι ο κόπος σου πήγε χαμένος, επειδή έβλεπες τα πράγματα να εξελίσσονται έξω από τα κριτήρια της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως. Όμως τώρα θα γνωρίζεις πολύ καλύτερα ότι η δύναμη της πίστεως και ο αυθεντικός θεολογικός λόγος είναι ισχυρότερος από τα πυρηνικά και χημικά όπλα και ότι ο σπόρος της αυθεντικής διδασκαλίας σου θα καρπίσει.
Το υποσχόμαστε και εμείς οι μαθητές σου, Επίσκοποι και Κληρικού, λαϊκοί και μοναχοί, όλος ο λαός του Θεού».
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε αφιερωθεί «ψυχή τε και σώματι» στο βάθος της Ρωμηοσύνης, που γι αυτόν ήταν η ουσία της γνήσιας πνευματικότητας που απαλλάσσει τον άνθρωπο από τη φιλαυτία, την ευδαιμονία και τις εκδηλώσεις του πεπτωκότος ανθρώπου. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους ορθοδόξους θεολόγους του 20ου αιώνα και ανακαινιστής της θεολογίας μας με την επιστροφή της στην γνησιότητα της αγιοπατορικής παραδόσεως. Υποστήριζε τη σχέση Θεολογίας και ΆγιοΠνευματικής εμπειρίας και τους σταθμούς της πνευματικής πορείας των Αγίων: κάθαρση, φωτισμός, θέωση ως προϋπόθεση των Οικουμενικών Συνόδων και της αυθεντικής αποδοχής των, κάτι που έχει χαθεί στη Δύση, αλλά και στη Δυτικίζουσα δική μας θεολογική σκέψη
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε μια θέση που επιστέφει την όλη θεολογία του: ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να θεραπεύσει τον άνθρωπο από την πνευματική ασθένεια που προέκυψε από την πτώση (αυτή η πνευματική αρρώστια χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της ευδαιμονίας) και να του δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσει τον Θεό (η θρησκεία είναι αρρώστια και η Εκκλησία η θεραπεία της).
Μια δευτερεύουσα θέση του, η οποία απορρέει από την πρώτη, είναι πως οι δογματικές διαμάχες στην ιστορία της Εκκλησίας προκαλούνται από αυτούς που δεν κατανοούν τη λειτουργία της ως πνευματικού νοσοκομείου.
Έτσι, η πραγματική διαφορά με τη Δύση είναι η απώλεια αυτής της κατανοήσεως, η οποία συνέβη γιατί στη Δύση κάποιες πολιτικές μετέτρεψαν τους εκκλησιαστικούς θεσμούς σε απλούς πολιτικούς θεσμούς. Ως διαχειριστές πολιτικών θεσμών, οι ιθύνοντες της Εκκλησίας ενδιαφέρθηκαν για την ευδαιμονία του ανθρώπου αντί για τον δοξασμό του, για την απλή συγχώρεση των αμαρτιών του, αντί για την κάθαρση.
Η Εκκλησία δεν είδε την αποστολή της ως μια απλή συγχώρεση των αμαρτιών των πιστών για την είσοδο τους στον Παράδεισο στην άλλη ζωή.
Η Εκκλησία ξέρει καλά ότι η συγχώρεση των αμαρτιών είναι μόνον η αρχή της θεραπείας της αρρώστιας της ανθρωπότητας που συνίσταται στην αναζήτηση της ευδαιμονίας.
Θεωρώντας το θεολογικό του έργο, διδακτικό συγγραφικό και αγωνιστικό αναγκαζόμαστε να κάνουμε λόγο για εποχή προ και μετά του Ρωμανίδη.
Διότι έφερε αληθινή τομή και ρήξη με το σχολαστικό παρελθόν μας, που λειτουργούσε ως «βαβυλώνιος αιχμαλωσία» της θεολογίας μας.
Ο π. Ι. Ρωμανίδης α) επανέφερε την προτεραιότητα της πατερικής εμπειρικής θεολογήσεως, παραμερίζοντας το διανοητικό, στοχαστικό, μεταφυσικό τρόπο διανοήσεως, β) συνέδεσε την ακαδημαϊκή θεολογία με τη λατρεία και τη φιλοκαλτική παράδοση, καταδεικνύοντας την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πνευματικής ζωής και τον ποιμαντικό θεραπευτικό χαρακτήρα της δογματικής θεολογήσεως, γ) διείδε και υιοθέτησε στη θεολογική μέθοδο το στενό σύνδεσμο δόγματος και ιστορίας και γι' αυτό μπόρεσε να κατανοήσει όσο λίγοι την αλλοτρίωση και πτώση της θεολογίας στη Δυτική Ευρώπη, η οποία επήλθε με τη φραγκική κατάκτηση και επιβολή.
Για το σχίσμα της Δύσεως και την αίρεση του Καθολικισμού και μετέπειτα του Προτεσταντισμού ο π. Ρωμανίδης γράφει: «δεν υπήρξε ποτέ καμμιά Βυζαντική Αυτοκρατορία πουθενά, μέχρι τον 18ο αιώνα. Είναι μια εφεύρεση των δυτικών ιστορικών του 18ου αιώνα. Οι ρωμαϊκοί πολιτικοί θεσμοί παρέμειναν ανέπαφοι από την ίδρυση της Νέας Ρώμης, της Κωνσταντινουπόλεως, τον 4ο αιώνα, μέχρι την πτώση του 15ου αιώνα».
Ο π. Ρωμανίδης διηγείται λοιπόν μια διαφορετική ιστορία. Όχι την ιστορία της Ελληνικής Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως, αλλά την ιστορία των Ρωμαίων και των Φράγκων. Η ιστορία του δεν είναι για κάποιους ανθρώπους που χωρίζονται, αλλά για τους Ρωμαίους που αγωνίζονται να διατρανώσουν τις αλήθειες της Ορθοδοξίας, ακόμα και όταν αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητη αντίθεση. Η θέση του για τους κρίσιμους αγώνες που οδήγησαν στο σχίσμα και στις σταυροφορίες, αναφέρεται στη συστηματική υποδούλωση του Ρωμαϊκού πληθυσμού της Δύσεως στους Φράγκους φεουδάρχες, οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να υποτάξουν ακόμα και τη Ρωμαϊκή παποσύνη και να την εντάξουν στο φεουδαλιστικό σχήμα τους.
Είναι η ιστορία ενός πολέμου ορατού και αοράτου. Είναι η ιστορία της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας της Εκκλησίας της Δύσεως και η απειλή εναντίον μας, ως Ορθοδόξων, αν δεν καταλαβαίνουμε την ιστορία μας, την κληρονομιά μας και την Ιερά Παράδοση μας σωστά.
Αν επιτρέψουμε η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία να γίνει απλώς ένας ακόμη πολιτιστικός θεσμός με τα ιδιόμορφα λατρευτικά τυπικά και πρακτικές της, αν επιτρέψουμε την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία να γίνει μια Θρησκεία, θα παίζουμε το παιχνίδι του διαβόλου και θα υποταχθούμε στους φεουδάρχες μας.
Δεν ήταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής αυτή που αποξενώθηκε από τις ρίζες της και τις παραδόσεις της αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Δύσεως, που αντικαταστάθηκε από το φεουδαλισμό. Έτσι, ενώ άλλοι θεολόγοι συζητούν για το μεγάλο έργο της ενώσεως των εκκλησιών, ο Ρωμανίδης συνεχίζει να μιλά για τον διάβολο.
Έχει ενδιαφέρον να παραθέσουμε το τελευταίο κείμενο του π. Ιωάννη Ρωμανίδη: «Αυγουστίνος Ιππώνος,
Πηγή των αιρέσεων των παπικών προτεσταντών και του Βαρλαάμ του Καλαβρού.
Παρ' ότι ο Αυγουστίνος συνεδέθη από παπικούς και προτεστάντες και πιθικίζοντες Ορθοδόξους με τους Αγίους Αμβρόσιον και Ιερώνυμον, η θεολογία του ουδεμίαν σχέσιν έχει με την θεολογία των τελευταίων. Οι δύο ακολουθούν την παράδοση των Ορθοδόξων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, ενώ ο Αυγουστίνος είναι η μοναδική πηγή της αιρέσεως του Βαρλαάμ του Καλαβρού, ο οποίος επολεμήθη από τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμά, και κατεδικάσθη από τις Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως 1341, 1347 και 1351 δια την διδασκαλίαν του περί των υπό του Θεού αποκαλύψεων προς τους ανθρώπους μέσω κτιστών γινομένων και απογινομένων. Δηλαδή διδάσκει ότι ο Θεός φέρνει εις την ύπαρξην φαινόμενα ορατά και ακουστά, ίνα οραθούν και ακουστούν και τα οποία επιστρέφει εις το μη ον, άμα το πέρας της συγκεκριμένης αποκαλύψεως. Αυτά μένουν αφού δέκτες τινές τα έχουν καταγράψει.
Η αίρεσις αυτή είναι ο σπόνδυλος της διδασκαλίας του Αυγουστίνου, αλλά και των παπικών και των προτεσταντών μέχρι σήμερον. Την διδασκαλίαν του αυτήν αναπτύσσει ο Αυγουστίνος λεπτομερώς και την επαναλαμβάνει εις κάθε κεφάλαιον εις το ογκώδες βιβλίον του περί Αγίας Τριάδος.»
Η Ρωμηοσύνη δεν αποδεικνύεται, περιγράφεται. Δεν χρειάζεται απολογητάς. Είναι απλώς αυτό που είναι Το δέχεται κανείς ή το απορρίπτει. Δια τούτο τα παιδιά των Ρωμηών ή παραμένουν πιστοί και σκληροί Ρωμηοί ή φραγκεύουν ή εκτουρκεύουν!
(Για όσους θέλουν να μάθουν για τον π. Ι. Ρωμανίδη ή και να αποκτήσουν τα έργα του, να επισκεφθούν την ιστοσελίδα www.romanity.org ).
Αντίβαρο, Νοέμβριος 2005
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Tuesday, May 27, 2008
 |
Category: Religion and Philosophy
Συνέντευξη για τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη
του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου στον δημοσιογράφο Γεώργιο Ν. Παπαθανασόπουλο
Η συνέντευξη δόθηκε λίγες μέρες μετά τον θάνατο του π. Ιωάννη Ρωμανίδη και δημοσιεύθηκε στον ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ στις 2 Δεκεμβρίου 2001
1. Ερώτηση:
Σεβασμιώτατε, προσφάτως εκοιμήθη ο Πρωτοπρεσβύτερος και Καθηγητής Πανεπιστημίου π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Σείς ήσασταν κοντά του και γνωρίζετε στην σκέψη του. Μπορείτε να μάς πείτε τα βασικά στοιχεία αυτής του της σκέψης;
Απάντηση: Πράγματι αξιώθηκα από τον Θεό να τον γνωρίσω κατ' αρχάς από τα κείμενά του, ύστερα από τις προφορικές του ομιλίες και στην συνέχεια με την προσωπική επικοινωνία πού είχα μαζί του, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια πού μετά από αίτησή του τον συγκατέλεξα στο ιερατικό δυναμικό της Ιεράς Μητροπόλεως μου, αφού έλαβε το απολυτήριό του από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής. Θά μείνη ανεξίτηλο στην μνήμη μου όταν πήγαμε μαζί να διδάξουμε σε ένα σεμινάριο στο Βαγκούβερ του Καναδά, και κάναμε για τρείς ημέρες από εννέα ωριαίες ομιλίες ο καθένας μας, εναλλάξ. Από τότε συνδέθηκα περισσότερο, τον αγαπούσα πολύ και καταλάβαινα την αγάπη του στο πρόσωπό μου.
Ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας διαπρεπής και σημαντικός θεολόγος του αιώνα μας. Αυτό φαίνεται στα κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του. Θά ήθελα να υπογραμμίσω τα σημαντικότερα σημεία της διδασκαλίας του, όπως εγώ τα έχω αντιληφθή.
Άρχιζε την θεολογία του από την πτώση του ανθρώπου και ανέλυε τί ήταν η πτώση και ποιές ήταν οι συνέπειές της. Στήν συνέχεια προσδιόριζε το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, καθώς επίσης προχωρούσε και στην μέθεξη αυτού του μυστηρίου του Σταυρού και της Αναστάσεως πού επιτυγχάνεται με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νοός και τον δοξασμό. Συνεχώς τόνιζε ότι η θεολογία είναι ένας κύκλος και δεν διασπάται.
Έπειτα, σημαντικό σημείο της διδασκαλίας του ήταν η εκκλησιολογία, το τί ακριβώς είναι η Εκκλησία και πώς η Εκκλησία οδηγεί τον άνθρωπο από τον σκοτασμό του νοός στον φωτισμό και την θέωση. Ο αείμνηστος π. Ιωάννης τόνιζε ότι η εκκλησιολογία έχει δύο όψεις, την θετική, πού είναι η αγάπη, η ενότητα και η κοινωνία με τον Χριστό, η λεγόμενη Χριστολογία, και την αρνητική πού είναι ο πόλεμος εναντίον του σατανά και των σκοτεινών δυνάμεων. Καί κατά τον βαθμό πού πολεμά κανείς τον διάβολο αποκτά γνώση της θετικής όψεως της Εκκλησίας, ενώνεται με τον Χριστό.
Απόρροια όλων αυτών των θέσεων και επειδή ο ίδιος ήταν ιστορικός, αφού σπούδασε ιστορία στα Πανεπιστήμια του άήίvήίd και του Yήlή, ερεύνησε και διεπίστωσε ότι όλη αυτή η θεολογία, πού είχε συνέπεια στον πολιτισμό της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλοιώθηκε από τούς Φράγκους και έτσι δημιουργήθηκε ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός. Γιά τον λόγο αυτό μιλούσε συνεχώς για την Ρωμηοσύνη, την οποία δεν ενέτασσε σε εθνικιστικά πλαίσια, αλλά σε οικουμενικά, αφού το πνεύμα της Ρωμησύνης είναι η μετατροπή της ιδιοτελούς αγάπης σε ανιδιοτελή αγάπη, πού ελευθερώνει τον άνθρωπο από οποιαδήποτε μορφή φιλαυτίας. Σέ μιά ομιλία του έλεγε: «Γιά μάς το Βυζάντιο και η Κωνσταντινούπολη είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και όλη αυτή η παράδοση η πατερική πού εμείς την καταλαβαίνουμε ως ενιαία με κέντρο την νοερά προσευχή, την φώτιση, την θέωση».
Η μεγάλη προσφορά του π. Ιωάννη Ρωμανίδη είναι ότι μάς έδωσε ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόηση της ορθόδοξης θεολογίας.
2. Ερώτηση:
Ποιά θα χαρακτηρίζατε τα σημαντικότερα έργα του και πόσο συνέβαλαν αυτά στην σύγχρονη θεολογική σκέψη;
Απάντηση:
Μερικά από τα έργα του εκδόθηκαν και εκυκλοφόρησαν στην ελληνική γλώσσα, πολλά κείμενά του όμως εγράφησαν και κυκλοφορούν στην αγγλική γλώσσα.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της ερωτήσεώς σας, θεωρώ ότι τα σημαντικότερα έργα του αειμνήστου π. Ιωάννη Ρωμανίδη είναι το «Προπατορικό αμάρτημα», η «Δογματική» του, η εισαγωγή στην διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στο βιβλίο «Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας», η «Ρωμηοσύνη» και πάρα πολλά άρθρα του –κορυφαίο κατά την γνώμη μου είναι «ο κριτικός έλεγχος των εφαρμογών της θεολογίας»– τα οποία διακρίνονται για την πρωτοτυπία, αλλά και την παραδοσιακότητά τους.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, θα ήθελα να τονίσω ότι πράγματι η θεολογική σκέψη του αειμνήστου π. Ιωάννη Ρωμανίδη επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την σύγχρονη θεολογική σκέψη στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα τον κόσμο. Μπορώ να ισχυρισθώ ότι η επίδρασή του φάνηκε έκδηλα περισσότερο στούς Αμερικανούς, οι οποίοι επηρεάσθηκαν πάρα πολύ και έγιναν Χριστιανοί Ορθόδοξοι συνειδητά. Σέ τρία σημεία βοήθησε την σύγχρονη θεολογική σκέψη.
Πρώτον στην κριτική εναντίον της μεταφυσικής και του σχολαστικισμού, τον οποίον εγνώριζε πάρα πολύ καλά, αφού είχε μελετήσει επισταμένως τον Θωμά τον Ακινάτη. Επανειλημμένως τόνιζε ότι οι άγιοι Πατέρες δεν ήταν φιλόσοφοι και στοχαστές, η θεολογία δεν συνδέεται με την μεταφυσική και την φιλοσοφία. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ενταχθή το γεγονός ότι ανέτρεψε την φεουδαλιστική θεωρία των Φράγκων περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Η διατριβή του δημιούργησε μεγάλες διαμάχες στούς κύκλους της θεολογικής Σχολής Αθηνών κατά την δεκαετία του '50.
Δεύτερον κτύπησε πολύ δυνατά την ηθικιστική αντίληψη περί της πνευματικής ζωής και τόνισε ότι στην θεολογία των Πατέρων δεν υπάρχει ηθική, αλλά ασκητική. Σέ μιά προφορική του ομιλία έλεγε: «Η Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει ηθική, έχει ασκητική. Τό βίωμα της θεολογίας δεν είναι η αρετή, η ηθική. Τό βίωμα της αρετής και της ηθικής είναι και των φιλοσόφων... Σήμερα πολλές φορές οι κομμουνισταί έχουν πολύ ανωτέρα ηθική, σε πολλά θέματα από τούς καπιταλιστάς». Καί στην συνέχεια τόνιζε ότι η ορθόδοξη θεολογία διακρίνεται από την ασκητική πού οδηγεί τον άνθρωπο στην θέωση, στον δοξασμό.
Τρίτον, τόνιζε επανειλημμένως ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ένα κοινωνικό και ηθικό σύστημα, αλλά πνευματικό Νοσοκομείο πού θεραπεύει τον άνθρωπο από την φιλαυτία και την ευδαιμονία. Καί βέβαια οι Κληρικοί είναι οι θεραπευτές πού θεραπεύουν την νοσούσα προσωπικότητα του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος θεραπεύεται, τότε αυτό έχει συνέπεια στην όλη του ζωή και αναστροφή του.
3. Ερώτηση:
Ο π. Ιωάννης συμμετείχε κατ' επανάληψη σε θεολογικούς διαλόγους με ετεροδόξους. Πώς εκτιμούσε τούς διαλόγους αυτούς;
Απάντηση:
Συμμετείχε σε πολλούς διαλόγους της Εκκλησίας με ετεροδόξους και αλλοδόξους, όπως με τούς Λουθηρανούς, τούς Αγγλικανούς, τούς Μονοφυσίτας, τούς Παπικούς, τούς Εβραίους, συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας στις Συνελεύσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, κλπ. Επίσης, παρευρέθηκε στην Β' Βατικάνειο Σύνοδο ως Παρατηρητής εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πάντοτε κατέθετε στην Ιερά Σύνοδο τις εκθέσεις του, πού είναι μνημεία θεολογίας, ορθοδόξου ευαισθησίας, αγωνιστικότητος, γνώσεως των πραγμάτων, σοβαρότητος και πόνου. Κάποτε πρέπει να γίνη αποτίμηση όλων αυτών των κειμένων. Από όσα κατάλαβα από τις συζητήσεις πού είχα μαζί του, ενετόπιζε τρία σημεία για τούς θεολογικούς διαλόγους.
Πρώτον ότι η Εκκλησία μας πρέπει να δώση μεγάλη βαρύτητα στούς θεολογικούς διαλόγους και να αποστέλλονται Κληρικοί και Θεολόγοι πού θα γνωρίζουν πολύ καλά τόσο την ορθόδοξη θεολογία όσο και την δυτική θεολογία, ώστε να μή αισθάνονται μειονεκτικά έναντι των ξένων. Η συμμετοχή της Εκκλησίας στούς διαλόγους, όπως έλεγε, είναι ο καθρέπτης της.
Δεύτερον, τόνιζε ότι κατά την διάρκεια των διαλόγων πρέπει να στηριζόμαστε στην θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας και των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, όπως την ερμηνεύει η Ορθόδοξη Εκκλησία και όχι όπως παρερμηνεύθηκε από τούς Φράγκους και τούς σχολαστικούς θεολόγους, πού στηρίχθηκαν στον ιερό Αυγουστίνο, ο οποίος επειδή δεν εγνώριζε την ελληνική γλώσσα, δεν παρακολουθούσε την όλη θεολογική διεργασία πού γινόταν στην εποχή του. Η βάση της ορθοδόξου θεολογίας είναι η περί της καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως διδασκαλία των αγίων Πατέρων.
Τρίτον. Τόν τελευταίο καιρό εξέφραζε μιά απογοήτευση για τον τρόπο πού διεξάγονταν οι διάλογοι, και επειδή μερικοί υποτιμούσαν τις θεολογικές του θέσεις. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι, επηρεασμένοι από διαφόρους παράγοντας, δεν καταλάβαιναν πλήρως την θεολογία του αειμνήστου π. Ιωάννη. Αυτός, όπως μού είπε κάποιος, γεννήθηκε σε λάθος εποχή, γιατί εξέφραζε την θεολογία του Δ' αιώνος, την θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων, με αποτέλεσμα η εποχή μας, εν πολλοίς, με την διαφορετική νοοτροπία, να μή τον αποδεχθή. Τόν δέχονται όμως όσοι έχουν εμπειρική γνώση της θεολογίας.
4. Ερώτηση:
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τον διάλογο της Εκκλησίας με την «νεωτερική» ή την «μετανεωτερική» εποχή. Η Ορθοδοξία κατά την σκέψη του π. Ρωμανίδη πώς πορεύεται έναντι των ανθρωπίνων κοινωνικών και πνευματικών εξελίξεων;
Απάντηση:
Πράγματι, γίνεται λόγος στην εποχή μας για τον διάλογο της Εκκλησίας με πολλά ρεύματα, μεταξύ των οποίων και την νεωτερικότητα και την μετανεωτερικότητα. Βεβαίως, γνωρίζουμε ότι η σχολαστική θεολογία της Δύσεως πού απομακρύνθηκε από την ησυχαστική θεολογία της ορθοδόξου Εκκλησίας δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην Δύση, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν, ως αντίδραση, πολλά ρεύματα και κινήματα, όπως η μεταρρύθμιση, η αναγέννηση, ο διαφωτισμός, ο ρωμαντισμός, η νεωτερικότητα και η μετανεωτερικότητα. Σέ μιά προφορική ομιλία έλεγε ο π. Ιωάννης:
«Σήμερα, η προπαγάνδα λέγει για την γαλλική επανάσταση: ήταν όλοι άθεοι. Αυτό δεν είναι σωστό. Βέβαια, ήταν εναντίον του Χριστιανισμού. Καί, βέβαια, αν κανείς περνούσε από τον Χριστιανισμό των Φράγκων, βέβαια θα ήταν άθεος. Γιατί οι Φράγκοι χρησιμοποιούσαν την Εκκλησία για να καταδυναστεύουν αυτόν τον λαό και να τον έχουν δούλο τους, με τον φόβο της κολάσεως και του καθαρτηρίου πυρός».
Έχοντας αυτά υπ' όψη του, τόνιζε ότι πρέπει να εμμένουμε στην πατερική παράδοση και την σταθερή υποδομή των Πατέρων των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, πού είναι η ορθόδοξη ησυχία και η εμπειρική γνώση του Θεού, πράγμα το οποίο έχει ανάγκη και ο δυτικός άνθρωπος. Η ποιμαντική της Εκκλησίας δεν μπορεί να εξαντληθή σε μιά ενημέρωση για τα ρεύματα αυτά, αλλά να εντοπίζεται στην θεραπεία του ανθρώπου, ώστε από τον σκοτασμό του νοός, πού συνδέεται με την φιλαυτία και την ευδαιμονία, και δημιουργεί εθνοφυλετισμούς, ρατσισμούς, άδικα κοινωνικά συστήματα, στοχασμούς, φαντασίες, θρησκευτικούς φανατισμούς, να οδηγηθή ο άνθρωπος στον φωτισμό του νοός και την θέωση, πού συνδέεται με την φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία. Τόνιζε ότι η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, αλλά Εκκλησία και ότι ο Χριστός ήλθε για να μάς θεραπεύση από την ασθένεια της θρησκείας.
Γιά να διαπιστώσετε το πώς αντιμετώπιζε τα σύγχρονα αυτά ρεύματα ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης θα μού επιτρέψετε να σάς διαβάσω ένα συμπέρασμα από ένα σημαντικό κείμενό του με τίτλο «η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δέ Ορθοδοξία η θεραπεία της». Μετά την ανάλυση του θέματος κατέληγε:
«Ο Φραγκο-Λατινικός και ο Δυτικός Πολιτισμός και το Ισλάμ είναι κυριαρχημένα από την νόσον της θρησκείας και της αναζητούσης την ευδαιμονίαν ιδιοτελείας. Αυτή ακριβώς η αρρώστεια ευρίσκεται εις το θεμέλιον όλων των προσωπικών και κοινωνικών νοσημάτων. Παραμένουσα πάντα ανεξέλεγκτος, οδηγεί αυτομάτως εις συγκρούσεις συμφερόντων εις όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και εις την ιδιοτελή εκμετάλλευσιν των ανθρώπων και του περιβάλλοντος υπό των συναθρώπων των. Η σύγχρονος τεχνολογία και επιστήμη υπετάγησαν εις την εξυπηρέτησιν της αρρωστίας αυτής, ως εκφράζεται εις την καταναλωτικήν οικονομίαν, η οποία διαβρώνει τάς κοινωνικάς δομάς και ωθεί εις την εκμετάλλευσιν των φυσικών πόρων πέραν των υποφερτών ορίων».
Καί στην συνέχεια υπεγράμμιζε ότι η μόνη λύση ελευθερώσεως του ανθρώπου «είναι η συλλογική αυτο-επιβολή μιάς ασκητικής εγκράτειας» και κατέληγε:
«Τό ότι, 1) ο πόθος διά την ευδαιμονίαν είναι η αρρώστια της ανθρωπότητος, την οποίαν προωθούν σχεδόν όλες αι θρησκείαι, και το ότι, 2) η θεραπεία της είναι η κάθαρσις και ο φωτισμός της καρδίας και ο δοξασμός, είναι δύο αλήθειαι της αποκαλύψεως πού θα 'καμε καλά ο κόσμος να μήν αγνοεί».
Καί βεβαίως έλεγε: «Η Εκκλησία των αποστόλων και των πατέρων δεν ησχολείτο με τον Θεόν μέσω στοχασμών και αφηρημένων σκέψεων περί Αυτού», αλλά «η μόνη απασχόλησις των προφητών, αποστόλων και πατέρων» ήταν η θεραπεία των «ιδιωτών» και η μύησή τους στον φωτισμό της καρδιάς και την θέωση.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης υπήρξε ένας μεγάλος θεολόγος του εικοστού αιώνος. Καππαδόκης αυτός, μεγάλωσε στον Νέο Κόσμο, στην Αμερική, έμαθε πολύ καλά την σχολαστική θεολογία από δυτικούς, και την ορθόδοξη θεολογία από ασκητικούς - ησυχαστικούς Πατέρας και δίδαξε στην Ανατολή (Συρία, Λίβανο) στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, όπου και εκοιμήθη. Τόν τελευταίο καιρό ζούσε εν μονώσει στην Αθήνα, ως ανατολίτης, αξιοπρεπής και κατανυκτικός, με τις βραδυνές προσευχές μέσα στο ιλαρό φώς των κεριών πού άναβε στο δωμάτιό του, και κοιμήθηκε ως ξένος και Ρωμηός στην Αθήνα και μάλιστα στην οδό Αθηνάς, μπροστά στα σκαλοπάτια μιάς μικρής Εκκλησίας, της αγίας Κυριακής, πού πιστεύω ότι απετέλεσε την σκάλα του Ιακώβ για να τον οδηγήση στο Κυριακό Δείπνο του ακτίστου και αχειροποιήτου Ναού, για τον κόπο πού κατέβαλε, για την θεολογία πού δίδαξε, και για το άνοιγμα ενός άλλου παραθύρου στο οποία μάς οδήγησε και αισθανθήκαμε το οξυγόνο, τον αέρα και το άρωμα της ορθόδοξης θεολογίας.
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Tuesday, May 27, 2008
 |
Current mood:  determined
Category: Religion and Philosophy
PATRISTIC THEOLOGY
Fr. John Romanides
PROLOGUE
One must particularly praise the publishing, as well as the availability afforded to the reading public, of the University lectures delivered by the pan-orthodoxically renowned and respected dogmatologist Professor, protopresbyter fr. John Romanides. The taperecording of those lectures during the first semester of the academic year 1983-1984 at the Thessaloniki University's School of Theology gave birth to the idea of a faithful student of fr. John – traditional Monk fr. Damascenos Karakallinos – to transcribe them into text form and offer them to the orthodox flock for their theological instruction and spiritual edification.
Every time I converse with fr. John's students I am always made aware of the strong impact that his words had on them. Not only were his lectures attended by students of the School of Theology, but also by many others – by both students of other Schools, but also by civilians who were taken by his teachings.
This outstanding university teacher and cleric has provided us with Dogmatics "of another kind", beyond the familiar, scholastic models prevalent until that time; beyond academism and rationalism that were still weighing down our university theology. His words rephrased patristic teaching – something that did not involve a mere quoting of patristic excerpts, but a deeper penetration into the patristic spirit and their experience, from within their cardian association with our Triadic God.
These testimonials on fr. John Romanides, along with my own findings from the researching of his works, have convinced me that we can actually speak of a "pre-Romanides" and a "post-Romanides" era, University-wise. Because for the first time, university theology has become familiarized, through him, with its true linkage to the History and the Worship of the Orthodox Church, as the recording of the ecclesiastic body's experience and its testification of life "in Christ", and that theology is not the recording of an autonomized scientific knowledge that is devoid of any immediacy through the labours of the faithful for salvation.
In this light, the present book has also assumed the characteristic of being symbolic in the history of our academic theology, whose beginnings lie in the School of Theology of the Ionian Academy (1824) and more especially as regards the lesson of Dogmatics, which comprises the very heart of theological learning and the scientific introduction into the Faith of the Church. This is why it is certain that not only the specialists and the students, but also the broader ecclesiastic body, will benefit immensely fom these lectures, given the ecclesiastic and traditional disposition of its author, who regarded and experienced Dogmatic Theology as an ecclesiastic function.
Naturally, fr. Damascenos' contribution in the setting out of the final text format was a most significant one; because, without altering in the slightest the words and the spirit of the ever-memorable Professor, he also tended to the smoothing out of spoken expressions inside the text, as well as the necessary re-arrangement of the spoken word into a written form (as fr. John always spoke and taught by heart, not from notes), yet without in the least betraying the Teacher's succulent speech, which is why we congratulate him from the heart for his labours, which will prove to be the cause of so much spiritual benefit.
Protopresb. Fr. George D. Metallinos
Dean of the Athens University School of Theology
FOREWORD
This book contains the text of the transcribed taperecordings of the in-house lectures delivered on the Orthodox Patristic Dogmatics teachings of the late Professor and Protopresbyter fr. John Romanides, the way that they were comprehended, presented and delivered by him at the Aristotelian University of Thessaloniki during the teaching period of the first semester of the year 1983.
The corpus of these lectures is presented in here, after the adjustments of certain phrasal expressions were made, wherever needed. The value of these lectures – as compared to fr. John's own written texts – is that, because they were verbal and were addressed to students, they were much simpler and therefore more palpable with regard to the language as well as the expressions used, without, however, their essence and their content falling short in their value, when compared to his other, written works.
In numerous places, father John's expressions are varied. We did not wish to intervene. We considered it proper, from every aspect, to preserve father John's style, and his unpretentious and spontaneous use of the language. As for his choice of (Greek) orthography, we tried to follow the one he used in his other books.
It was deemed useful for the text of the lectures to be accompanied by certain comments. In this way, we believe that the reader will be facilitated in his understanding of the lectures.
The textual form of the verbally delivered lectures does not constitute a scientific treatise by nature; it is rather an attempt to introduce the reader into the spirit and the truth of Orthodox Tradition. It chiefly aspires to transmit to the reader the awareness that the Orthodox Tradition is that which has deposited inside it, not only the theological method by which one can attain the prerequisites for being healed in soul and spirit and thus enabled to see God as much as is humanly possible, but also the fact that this method is offered to every single person, through to our time. And, given that God is Light, this method (when applied properly) is nothing less than a course leading to the Light.
Inside this text of father John's lectures, only a simple mention is made on the catharsis (=cleansing) of the heart from vices. Father John does not describe here in great length how this catharsis is achieved. The process of catharsis is already deposited in the Ascetic Tradition of the Church, a representative text of which is the "Ladder" by Saint John of Sinai. Those who wish to delve deeper into the subject of catharsis can begin their research or study with this text; that is, with the "Ladder" by Saint John.
Apart from the above, also outlined in these lectures by father John is the way that the Orthodox Tradition was taught, projected and experienced in Greece, from the period following the Revolution of 1821 though to our time; also the significance and the role of Orthodox Tradition in our day and age; the prerequisites for its survival, as well as who its enemies are. In other words, along with the presentation of the foundations of Orthodox Tradition, an attempt was also made by father John to critique its perpetual significance and implementation. And this is accomplished within the framework of projecting the Orthodox Tradition and its perennial worth, which is the scope of this essay.
Being true as they are, father John's words are just as valid in our time, because, despite the revival of Orthodox Patristic Tradition in the realm of the Church in Greece following the first edition of his book "The Original Sin", the sad phenomenon of Patristic Teaching and Theology still remaining unknown to many in this field continues to be a prominent one; furthermore, the confusion prevailing among theological circles on important theological issues (e.g., on what "Paradise" and "Hell" are), are proof of the lack of Patristic theological criteria.
The reader will notice that father John's statements are quite often caustic. We are confident, however, that this might just be a positive thing, inasmuch as it may function therapeutically.
We wish to extend our heartfelt thanks to the person who generously granted us access to the tapes of father John's lectures, as well as to all those who assisted in this publication, as was the hieromonk fr. Alexios Trader and the Monk fr. Arseny Vliagoftis.
We especially extend our heartfelt thanks to the most reverend Protopresbyter father George Metallinos, Professor of the Athens University, for his suggestions and his encouragement on the publication of this project, as well as for his Prologue appearing above.
Further thanks are extended to the daughters of the late fr. John Romanides, Eulampia and Anastasia, for their kind permission to proceed with this publication. This endeavor would have remained unfulfilled, without the wholehearted support of the "Parakatatheke" Publishers, who have included this book among their series of other publications.
Thanks are also due, for the flawless artistic presentation of the Graphic Arts team "Palimpseston" and its director, Mrs. Chrysoula Peyiou.
Written in the Holy Mountain, in the year 2004, on the month of January the 17th,
Day of commemoration of our Father the Hossios Antonios the Great,
Professor of the Desert.
Damascenos, Hagiorite monk
PROLOGUE
FOREWORD
PART A: ELEMENTS OF ORTHODOX ANTHROPOLOGY AND THEOLOGY
A. On Orthodoxy
B. Our relation to God
6. THE STATE OF "RECONCILIATION WITH GOD"
7. ON THE MEANING OF THE DOGMA
8. ON THE 'FALL' OF ADAM
C. The role of the Church
9. THE ESSENCE OF OUR ORTHODOX TRADITION
10. ORTHODOXY IS NOT A RELIGION
11. THE THEOLOGIANS OF THE CHURCH
12. ON THE MENTAL PRAYER
13. THE SCIENTIFIC METHOD OF THEOLOGY AND WHO CAN BE CONSIDERED 'GOD-INSPIRED'
14. ON RELIGION
15. ON THE TWO KINDS OF FAITH
D. The Soul's course
16. ON APOLOGETICS CONCERNING THE MATTER OF THE SOUL
17. ON THOUGHTS AND MEANINGS IN MAN
18. THE BASIC DOGMA OF PATRISTIC TRADITION
19. DESCRIBING THE EXPERIENCE OF THEOSIS
E. Meanings
20. ON LOVE (EROS)
21. ON TERMINOLOGY AND THE MAXIMS AND MEANINGS IN THEOLOGY
22. ON THE TWO KINDS OF REVELATION
F. Sources and authorities
23. ON SUBJECTIVENESS DURING RESEARCH AND IN THEOLOGY
24. THE BACKBONE OF ORTHODOX TRADITION
25. WHO A "PROPHET" IS, IN THE NEW TESTAMENT
26. ON THE SACRAMENT OF CHRISMATION
27. ON LAITY AND CLERGY, AND THE CHURCH
G. Trends and conflicts
28. ON THE FRANKISH OCCUPATION AND ON HESYCHASM
29. ON «CONSERVATIVES» AND «LIBERALS»
H. Validity
30. ON THE DIVINELY-INSPIRED STATE
31. ON WHETHER ORTHODOX THEOLOGY IS A POSITIVE SCIENCE OR IF ORTHODOXY IS A RELIGION
32. ON THE DIFFERENCE BETWEEN ORTHODOXY AND HERESY
33. THE METAPHYSICAL ASPECT OF THEOLOGY
34. ON THEOSIS (DEIFICATION)
I. On God
35. WHO GOD IS, AND WHO MAN IS
36. CHRIST IN THE OLD AND NEW TESTAMENTS
37. ON THE HOLY TRINITY – WHO GOD IS
38. THE HOLY BIBLE THROUGH THE PRISM OF WESTERN THEOLOGY
39. ON THE ESSENCE OF GOD
40. PATRISTIC NOTES ON THE HOLY TRINITY
41. DISTINGUISHING BETWEEN THE ESSENCE AND THE ENERGY OF GOD
J. Christian initiation
42. ON THE SACRAMENT OF THE DIVINE EUCHARIST
43. ON THE INCARNATION
44. ON THE MYSTERY OF THE HOLY TRINITY
45. ON THE EXPERIENCE OF THEOSIS AND THE THREE STAGES OF SPIRITUAL LIFE
46. ON THE ENERGIES OF GOD
47. THE METAPHYSICAL VIEW OF RELIGION
K. Wisdom according to God and according to the world
48. ON MONASTIC LIVING
49. ORTHODOXY AND IDEOLOGY
50. ON EXISTENTIALISM
51. ON THEOLOGY
52. REFLECTIONS ON ORTHODOX THEOLOGY
53. WESTERN THEOLOGY AND MODERN SCIENCE
L. Physicians and charlatans
54. THE DIFFERENCE BETWEEN THE ORTHODOX AND HERETICS
55. WHO IS A TRUE THEOLOGIAN?
M. Ecclesiastic conduct
56. ON PRAYER
57. THE SPIRITUAL SITUATION IN HELLAS TODAY
58. ON THE SYNODS
59. ORTHODOXY AS THE OFFICIAL RELIGION OF THE ROMAN STATE
60. ON ECCLESIASTIC MUSIC
PART B: ON THE TEACHINGS OF HERETICS
61. HOW THE FATHERS CONFRONTED HERETICS
62. ON MEDIAEVAL PHILOSOPHY AND SCHOLASTIC THEOLOGY.
63. HOW THE FATHERS THEOLOGIZE
64. THE FOUNDATIONS OF THE EXPERIENCE OF THEOSIS
65. DISTINGUISHING BETWEEN THE ESSENCE AND ENERGY
66. ON THE EXISTENCE OFGOD AND ON THE CREATION OF THE WORLD
67. HERETICS AND THEIR TEACHING
REFERENCES
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Friday, May 09, 2008
 |
Current mood:  determined
Category: News and Politics
On Conservatives and Liberals
Chapter 29 from Patristic Theology
by Father John Romanides
In their mudslinging campaign, the opponents of the hesychast revival have now called the supporters of this tradition 'conservative.' But what does the word 'conservative' mean in the West? In the West, a conservative is someone who still identifies the Bible with God's revelation to mankind and the world, because in the old days Protestants and Roman Catholics believed in the literal inspiration of Holy Scripture. In other words, they believed that Christ dictated the Bible word for word to the prophets and writers of the gospels by means of the Holy Spirit, so that the writers of the Bible were like scribes who wrote down whatever they heard the Holy Spirit say.
But now Biblical criticism has come along and discredited this line of thought, dividing those in the Protestant world into conservative and liberal camps. For example, the Lutherans are divided into conservative and liberal factions. In America, there are separate Lutheran churches – one church for liberals, and the church of the Missouri Synod for conservatives. One faction does not accept the Bible as revelation on absolute terms, while the other faction does. One can also observe the same phenomenon with the Baptists. The liberal Baptists do not accept the Holy Scripture as literally inspired revelation, while the others embrace it as revelation that is inspired word for word. You can also find the same division among the Methodists. In fact, this split between liberals and conservatives over the issue of Holy Scripture can be seen in all the Protestant denominations in America.
Now, ask yourself whether this division can be applied to Orthodox tradition. Are there conservative Fathers and liberal Fathers with respect to the Bible? Is there a single Church Father who teaches the literal inspiration of Holy Scripture? Is there a single Church Father who identifies the Holy Scripture with the experience of theosis itself? No, there is not one, because God's revelation to mankind is the experience of theosis. In fact, since revelation is the experience of theosis, an experience that transcends all expressions and concepts, the identification of Holy Scripture with revelation is, in terms of dogmatic theology, pure heresy.
Can someone who accepts this Patristic teaching on theosis be characterized as conservative, based on the split over Scripture in the Protestant world? When liberal Protestants hear about this Patristic principle, they say, "Oh yes, that's liberalism!" while conservative Protestants say, "No, it's heresy!" In other words, when we follow the Fathers, we Orthodox are heretics as far as conservative Protestants are concerned.
You may well ask, "who are the Orthodox liberals and the Orthodox conservatives?" They are those who do theology in a way that corresponds to the theology of Protestant liberals and conservatives. This is the reason why certain theologians in Greece have been divided into liberal and conservatives camps. The liberals follow liberal Protestants on these subjects while the conservatives follow their conservative counterparts.
But can we classify Patristic tradition using such characterizations and buzzwords? Of course not. Nevertheless, a hesychast theologian of the Eastern Church will be viewed as a liberal in the West, because he refuses to identify the written text of Holy Scripture, including its sayings and concepts, with revelation.
Since revelation is the experience of theosis, it is beyond comprehension, expression, and conceptualization. This means that the labels 'conservative' or 'liberal' should not be applied to those who adhere to Orthodox tradition. Based on what is meant by revelation, the Fathers are neither liberals nor conservatives. Simply put, there are Church Fathers who are saints of the Church who have only reached illumination and there are saints of the Church who have also reached theosis and are more glorious than the former class of saints.
This is the Patristic tradition – either you attain to illumination or you attain to theosis once you have already passed through illumination. Orthodox tradition is nothing other than this curative course of treatment through which the nous is purified, illumined, and eventually glorified together with the entire man, if God so wills. Therefore, is there such a thing as an illumined liberal or an illumined conservative in this context? Of course not. You are either illumined or you are not. You have either reached theosis or you have not. You have either undergone this treatment, or you have not. Apart from these distinctions, there are no others.
From Patristic Theology - The University Lectures of Father John Romanides (Thessaloniki, Greece: Uncut Mountain Press, 2008), pp. 108-111. This book is distributed in North America by Uncut Mountain Supply. Posted April 29, 2008.
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Friday, May 09, 2008
 |
Current mood:  determined
Category: Religion and Philosophy
What is the Core of Orthodox Tradition?
Chapter 24 from Patristic Theology
by Father John Romanides
We happen to be entrusted with a treasure – the theology of Orthodox Tradition. Orthodox theology is the culmination and product of centuries of experiences that have been repeated, renewed, and recorded by those who have experienced theosis at different times. We have the experience of the patriarchs and the prophets as well as the later experience of the Apostles. We call all of these experiences 'glorification.' To say the prophet was glorified means that the prophet saw the glory of God. To say the Apostle was glorified means that the Apostle saw the glory of Christ. Seeing the glory of Christ, the Apostle ascertained by his own experience that the glory of Christ in the New Testament is the glory of God in the Old Testament. Hence, Christ is the Yahweh and the Elohim of the Old Testament.
Although it is not clear in the Old Testament Who the Holy Spirit is, the Apostles discovered Who He is by experience. Their experience repeats the experience of the prophets, but there is a difference because the Apostles were glorified after the Incarnation: Yahweh of the Old Testament now has the human nature of Christ. Although three of the Apostles were partially glorified during the Transfiguration on Mount Tabor, all of the Apostles were fully glorified at Pentecost, during which they reached the highest state of glorification that any human being can ever reach in this life.
After the experiences of the Apostles come the experiences of the glorified who include the Church Fathers and those saints who reached theosis. And so the experience of theosis continues to appear in each generation up to the present. [63] This experience of theosis is the core of the Orthodox tradition, the foundation of the local and ecumenical councils, and the basis for the Church's canon law and liturgical life today.
If the contemporary Orthodox theologian is to acquire objectivity, he must rely on the experience of theosis. In other words, we can positively state that a student of Patristic tradition has acquired objectivity in his theological method only when he has personally undergone purification and illumination, and reached theosis. Only in this way will the researcher not only understand the Patristic tradition, but also verify for himself the truth of this tradition through the Holy Spirit.
Endnotes
63. During the past few decades many saints of the Church who have experienced theosis have become known, such as Elder Paisios the Hagiorite, Elder Sophrony of Essex, England, Elder Porphyrios of Athens, Elder Iakovos of Evia, Elder Joseph the Hesychast, and Elder Ephraim of Katounakia among others within and outside of Greece.
From Patristic Theology - The University Lectures of Father John Romanides (Thessaloniki, Greece: Uncut Mountain Press, 2008), pp. 92-94. This book is distributed in North America by Uncut Mountain Supply. Posted April 29, 2008.
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Friday, May 09, 2008
 |
Current mood:  determined
Category: Religion and Philosophy
What is the Human Nous?
Chapter 1 from Patristic Theology
by Father John Romanides
The chief concern of the Orthodox Church is the healing of the human soul. The Church has always considered the soul as the part of the human being that needs healing because She has seen from Hebrew tradition, from Christ Himself, and from the Apostles that in the region of the physical heart there functions something that the Fathers called the nous. In other words, the Fathers took the traditional term nous, which means both intellect (dianoia) and speech or reason (logos), and gave it a different meaning. They used nous to refer to this noetic energy that functions in the heart of every spiritually healthy person. We do not know when this change in meaning took place, because we know that some Fathers used the same word nous to refer to reason as well as to this noetic energy that descends and functions in the region of the heart.
So from this perspective, noetic activity is an activity essential to the soul. It functions in the brain as the reason; it simultaneously functions in the heart as the nous. In other words, the same organ, the nous, prays ceaselessly in the heart and simultaneously thinks about mathematical problems, for example, or anything else in the brain.
We should point out that there is a difference in terminology between St. Paul and the Fathers. What St. Paul calls the nous is the same as what the Fathers call dianoia. When the Apostle Paul says, "I will pray with the spirit,"[1] he means what the Fathers mean when they say, "I will pray with the nous." And when he says, "I will pray with the nous," he means "I will pray with the intellect (dianoia)." When the Fathers use the word nous, the Apostle Paul uses the word 'spirit.' When he says "I will pray with the nous, I will pray with the spirit" or when he says "I will chant with the nous, I will chant with the spirit," and when he says "the Spirit of God bears witness to our spirit,"[2] he uses the word 'spirit' to mean what the Fathers refer to as the nous. And by the word nous, he means the intellect or reason.
In his phrase, "the Spirit of God bears witness to our spirit," St. Paul speaks about two spirits: the Spirit of God and the human spirit. By some strange turn of events, what St. Paul meant by the human spirit later reappeared during the time of St. Makarios the Egyptian with the name nous, and only the words logos and dianoia continued to refer to man's rational ability. This is how the nous came to be identified with spirit, that is, with the heart, since according to St. Paul, the heart is the place of man's spirit.[3]
Thus, for the Apostle Paul reasonable or logical worship takes place by means of the nous (i.e., the reason or the intellect) while noetic prayer occurs through the spirit and is spiritual prayer or prayer of the heart.[4] So when the Apostle Paul says, "I prefer to say five words with my nous in order to instruct others rather than a thousand with my tongue,"[5] he means that he prefers to say five words, in other words to speak a bit, for the instruction of others rather than pray noetically. Some monks interpret what St. Paul says here as a reference to the Prayer of Jesus, which consists of five words,[6] but at this point the Apostle is speaking here about the words he used in instructing others.[7] For how can catechism take place with noetic prayer, since noetic prayer is a person's inward prayer, and others around him do not hear anything? Catechism, however, takes place with teaching and worship that are cogent and reasonable. We teach and speak by using the reason, which is the usual way that people communicate with each other.[8]
Those who have noetic prayer in their hearts do, however, communicate with one another. In other words, they have the ability to sit together, and communicate with each other noetically, without speaking. That is, they are able to communicate spiritually. Of course, this also occurs even when such people are far apart. They also have the gifts of clairvoyance and foreknowledge. Through clairvoyance, they can sense both other people's sins and thoughts (logismoi), while foreknowledge enables them to see and talk about subjects, deeds, and events in the future. Such charismatic people really do exist. If you go to them for confession, they know everything that you have done in your life before you open your mouth to tell them.
Endnotes
- 1 Corinthians 14:5.
- Romans 8:16.
- This means that the Spirit of God speaks to our spirit. In other words, God speaks within our heart by the grace of the Holy Spirit. St. Gregory Palamas in his second discourse from "In Behalf of the Sacred Hesychasts" notes that "the heart rules over the whole human organism…. For the nous and all the thoughts (logismoi) of the soul are located there." From the context of grace-filled prayer, it is clear that the term 'heart' does not refer to the physical heart, but to the deep heart, while the term nous does not refer to the intellect (dianoia), but to the energy/activity of the heart, the noetic activity which wells forth from the essence of the nous (i.e., the heart). For this reason, St. Gregory adds that it is necessary for the hesychasts "to bring their nous back and enclose it within their body and particularly within that innermost body, within the body that we call the heart." The term "spirit" is also identical with the terms nous and "heart." Philokalia, vol. IV (London: Faber and Faber, 1995), p, 334.
- Cf. Metropolitan Hierotheos Vlachos, who notes: "Man has two centers of knowing: the nous which is the appropriate organ for receiving the revelation of God that is later put into words through the reason and the reason which knows the sensible world around us." The Person in Orthodox Tradition, trans. Effie Mavromichali (Levadia: Monastery of the Birth of the Theotokos, 1994), p. 24.
- 1 Corinthians 14:19.
- In Greek, the Prayer of Jesus consists of exactly five words in its simplest form, which in English is translated as "Lord Jesus Christ, have mercy on me" –TRANS.
- "Thus as Saint John of Damascus puts it, we are led as though up a ladder to the thinking of good thoughts…. Saint Paul also indicates this when he says: 'I had rather speak five words with my nous….'" St. Peter of Damascus, "The Third Stage of Contemplation," in Philokalia, 3, page 42 [my translation: cf. also English Philokalia, vol. XXX, p. 120] and St. Nikitas Stithatos, as cited below.
- With respect to this, Venerable Nikitas Stithatos writes, "…If when you pray and psalmodize you speak in a tongue to God in private you edify yourself, as Saint Paul says. … If it is not in order to edify his flock that the shepherd seeks to be richly endowed with the grace of teaching and the knowledge of the Spirit, he lacks fervor in his quest for God's gifts. By merely praying and psalmodizing inwardly with your tongue, that is, by praying in the soul – you edify yourself, but your nous is unproductive [cf. I Corinthians 14:14], for you do not prophesy with the language of sacred teaching or edify God's Church. If Paul, who of all men was the most closely united with God through prayer, would have rather spoken from his fertile nous five words in the church for the instruction of others than ten thousand words of psalmody in private with a tongue [cf., I Corinthians 14:19], surely those who have responsibility for others have strayed from the path of love if they limit the shepherd's ministry solely to psalmody and reading." St. Nikitas Stithatos, "On Spiritual Knowledge," in The Philokalia, vol. 4, pp. 169-170.
From Patristic Theology - The University Lectures of Father John Romanides (Thessaloniki, Greece: Uncut Mountain Press, 2008), pp. 19-23. This book is distributed in North America by Uncut Mountain Supply. Posted April 29, 2008.
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Wednesday, April 09, 2008
 |
Current mood:  enlightened
Category: Religion and Philosophy
Is Orthodoxy a Religion?
by Fr. John Romanides
This is an excerpt from the upcoming book Patristic Theology, The University Lectures of Father John Romanides, by Uncut Mountain Press.
Many are of the opinion that Orthodoxy is just one religion among many and that its chief concern is to prepare the members of the Church for life after death, securing a place in paradise for every Orthodox Christian. Orthodox doctrine is presumed to offer some additional guarantee, because it is Orthodox, and not believing in Orthodox dogma is seen as yet another reason for someone to go to Hell, besides his personal sins that would otherwise send him there. Those Orthodox Christians who believe that this describes Orthodoxy have associated Orthodoxy exclusively with the afterlife. But in this life such people do not accomplish very much. They just wait to die, believing that they will go to paradise for the simple reason that while they were alive they were Orthodox Christians.
Another section of the Orthodox is involved with and active in the Church, interested not in the next life, but chiefly in this life, here and now. What interests them is how Orthodoxy can help them to have a good life in the present. These Orthodox Christians pray to God, have priests say prayers for them, have their homes blessed with holy water, have services of supplication sung, are anointed with oil, and so forth, all so that God will help them to enjoy life in the present: so that they do not get sick, so that their children find their place in society, so that their daughters are ensured a good dowry and a good groom, so that their boys find good girls to marry with good dowries, so that their work goes well, so that their businesses go well, even so that the stock market goes well, or the industry they work in, and so on. So we see that these Christians are not so very different from other people who follow other religions, for those people do the very same things.(1)
From what we have said, we can clearly see that Orthodoxy has two points in common with all other religions. First, it prepares believers for life after death, so that they will go to paradise, whatever they imagine that to be. Second, Orthodoxy protects them in this life so that they will not have to experience sorrow, difficulties, disaster, sickness, war, and the like – in other words, so that God will take care of all their needs and desires. Thus, for this second type of Orthodox Christian, religion plays a major role in the present life and on a daily basis at that.
But among all these Christians we have just discussed, who cares deep down whether God exists or not? Who really yearns for Him and seeks Him out? The question of God's existence does not even come up, since it is clearly better for God to exist, so that we can appeal to Him and ask Him to satisfy our needs, in order for our work to go well and for us to have some happiness in this life. As we can see, human beings have an extremely strong predisposition to want God to exist and to believe that God exists, because we have a need for God to exist in order to ensure everything we have mentioned. Since we need God to exist, therefore, God exists. If people were not in need of a God and could take measures to ensure sufficiency for the necessities of life by some other means, then who knows how many would still believe in God. This is what happens in Greece as a rule.
So we see that many people who were previously indifferent to religion become religious towards the end of their lives, perhaps after some event that has frightened them. This happens because they feel that they cannot live any longer without appealing to some god for help – that is, it is the result of superstitious beliefs. For these reasons, human nature encourages man to be religious. This holds true not only for Orthodox Christians, but also for adherents to all religions. Human nature is the same everywhere. Since as a result of the Fall the human soul is now darkened, people are by nature inclined toward superstition.
Now the next question is this: Where does superstition stop and real belief begin?
The Fathers' views and teachings on these matters are clear. Consider first someone who follows, or rather thinks that he follows the teachings of Christ, simply by going to Church every Sunday, communing at regular intervals, and having the priest bless him with water, anoint him with oil and so on, without examining these things very closely.(2) Does this person who remains at the letter of the law, but does not enter into the spirit of the law, stand to gain anything of any account from Orthodoxy? Now consider someone who prays exclusively for the future life, for himself and for others, but is completely indifferent towards this life. Again, what particular benefit does such a person stand to gain from Orthodoxy? The former tendency can be seen in parish priests and those who flock around them with the attitude described above. The latter tendency can be seen in some elders in monasteries, usually retired archimandrites waiting to die, and the few monks who follow them. (3)
Since purification and illumination are not their main focus or concern, both these tendencies, from the viewpoint of the Fathers, have set the wrong goals for themselves. But insofar as purification and illumination become their focus and the Orthodox asceticism of the Fathers is practiced with a view towards attaining noetic prayer, then and only then can everything else be placed on a firm foundation. These two tendencies are exaggerations that reflect two extremes and share no common core. But there is a common core, a structure that runs throughout Orthodoxy and holds it together. When we take into account this one core, this unique structure, then every subject that concerns Orthodoxy finds its proper place on a firm foundation. And this core is purification, illumination, and theosis.
What will happen to man after death was not an overriding concern for the Fathers. Their primary concern was what will man become in this life. After death, his nous cannot be treated. The treatment must begin in this life, because "in hades there is no repentance."(4) This is why Orthodox theology is not outside of this world, futuristic, or eschatological, but is clearly grounded in this world, because Orthodoxy's focus is man in this world and in this life, not after death.
Now why do we need purification and illumination? Is it so that we can go to Heaven and escape Hell? Is that why they are necessary? What are purification and illumination and why do Orthodox Christians want to attain them? In order to find the reason for this and to answer these questions, you need to have what Orthodox theology considers the basic key to these issues.
The basic key is the fact that, according to Orthodox theology, everyone throughout the world will finish their earthly course in the same way, regardless of whether they are Orthodox, Buddhist, Hindu, agnostic, atheist, or anything else. Everyone on earth is destined to see the glory of God. At the Second Coming of Christ, with which all human history ends, everyone will see the glory of God. And since all people will see God's glory, they will all meet the same end. Truly, all will see the glory of God, but not in the same way – for some, the glory of God will be an exceedingly sweet Light that never sets; for others, the same glory of God will be like "a devouring fire" that will consume them. We expect this vision of God's glory to occur as a real event. This vision of God – of His Glory and His Light – is something that will take place whether we want it to happen or not. But the experience of that Light will be different for both groups.
Therefore, it is not the Church's task to help us see this glory, since that is going to happen anyway. The work of the Church and of her priests focuses on how we will experience the vision of God, and not whether we will experience the vision of God. The Church's task is to proclaim to mankind that the true God exists, that He reveals Himself as Light or as a devouring fire, and that all of humanity will see God(5) at the Second Coming of Christ. Having proclaimed these truths, the Church then tries to prepare Her members so that on that day they will see God as Light, and not as fire.(6)
When the Church prepares her members and everyone who desires to see God as Light, She is essentially offering them a curative course of treatment that must begin and end in this life. The treatment must take place during this life and be brought to completion, because there is no repentance after death. This curative course of treatment is the very fiber of Orthodox tradition and the primary concern of the Orthodox Church. It consists of three stages of spiritual ascent: purification from the passions, illumination by the grace of the Holy Spirit, and theosis, again by the grace of the Holy Spirit. We should also take note. If a believer does not reach a state of at least partial illumination in this life, he will not be able to see God as Light either in this life or in the next.(7)
It is obvious that the Church Fathers were interested in people as they are today at this moment. Every human being needs to be healed. Every human being is also responsible before God to begin this process today in this life, because now is when it is possible, not after death. Everyone must decide for himself whether or not he will pursue this path of healing.
Christ said, "I am the Way."(8) But where does this Way lead? Christ is not referring to the next life. Christ is primarily the Way in this life. Christ is the Way to His Father and our Father. First, Christ reveals Himself to man in this life and shows him the path to the Father. This path is Christ Himself. If a man does not see Christ in this life, at least by sensing Him in his heart, he also will not see the Father or the Light of God in the life to come.(9)
(1) As we noted in the Prologue, Father John's words are at times caustic. (2) Of course, genuine Orthodox Christians do these same things and it is not wrong for them to desire to do them. The problem is when someone stagnates at this level. (3) As a rule, this is seen when the spiritual father and his monks are not interested in hesychasm. (4) St. John of Damascus, An Exact Exposition of the Orthodox Faith, Book II, Chapter IV. (5) Of course, all people have a partial experience of this vision of God immediately after the departure of the soul from the body at their biological death. (6) "In the fire of revelation on the final day, the deeds of each will be tested by fire as Paul says. If what one has built up for himself is a work of incorruptibility, it will remain incorruptible in the midst of the fire and not only will it not be burned up, but it will be made radiant, totally purified of the perhaps small amount of filth…" St. Nikitas Stithatos, "On Spiritual Knowledge," §79, The Philokalia, vol. III, page 348 [in Greek] [in English, page 165]. (7) "We have fallen so far from the vision of Him, corresponding to the dimness of our sight, since we have voluntarily deprived ourselves of His Light in this present life." St. Symeon the New Theologian, Extant Works, Discourse 75 [in Greek]. (8) John 14:6. (9) "…At Christ's Second Coming, all mankind will be raised and will be judged according to their works. The sinners who did not acquire spiritual eyes will not cease to exist. They will continue to exist ontologically as persons, but they will not participate in God. The righteous will both participate in God and commune with Him. As Saint Maximos the Confessor teaches, the sinners will live with an 'eternal lack of well being,' while the righteous will live in a state of 'eternal well being.'" Metropolitan Hierotheos Vlachos, The Person in Orthodox Tradition (Levadia: Birth of the Theotokos Monastery, 1994), p. 162 [in Greek].
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΠΑΤΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗ ΡΩΜΑΝΙΔΗ
Τον τελευταίο καιρό άρχισαν να γράφονται άρθρα για τη σχέση της Ορθοδοξίας με την Θρησκεία. Και είναι γεγονός, ότι μετά τους πρώτους αιώνες χαρακτηρίζεται και ή Πίστη μας ως Θρησκεία. Με ποια έννοια όμως; Ό Πλούταρχος ταυτίζει την θρησκεία με την λατρεία. Λατρεία ασφαλώς έχει και ή Ορθοδοξία, άλλα δεν είναι μία απλή «κοινωνία λατρείας». Είναι Εκκλησία - Σώμα Χριστού. Στην Κ. Διαθήκη πουθενά δεν χαρακτηρίζεται ή Εκκλησία ως Θρησκεία, άλλ' ως «οδός» (Πράξ. 9, 2), δρόμος δηλαδή και τρόπος ζωής, που οδηγεί στην ένωση με το Χριστό, την θέωση. Τελικά «οδός» είναι ό ίδιος ο Χριστός (Ίωάν. 14, 62). Δεν μπορεί, λοιπόν, ό Χριστιανισμός (Ορθοδοξία) να χαρακτηρίζεται Θρησκεία; Ναι, άλλ' όχι όπως νοούν την Θρησκεία τα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, ακόμη και τα λεγόμενα μονοθεϊστικά. Πριν, λοιπόν, φθάσουμε σε ανεπίτρεπτες διενέξεις για ένα (πατερικα) ανύπαρκτο θέμα, ας ακουσθεί και ή σχετική διδασκαλία ενός αναντίρρητα μεγάλου δογματολόγους μας, του π. Ιωάννου Ρωμανίδη. Αναδημοσιεύουμε τα κείμενα του ως ευλαβές μνημόσυνο στην Μνήμη του (1 Νοεμβρίου 2001).
(π. Γ.
Μεταλληνός)
(Αποσπάσματα από το βιβλίο του π. Ί. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία (πανεπιστημιακοί παραδόσεις του ακαδ. έτους 1983), έκδ. «Παρακαταθήκη», Θεσσαλονίκη 2004).
(1ον) 1.
Ή Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία
Σε πολλούς επικρατεί ή αντίληψη ότι ή Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μεριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για τη ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. 'Έτσι θεωρείται ότι το Ορθόδοξο δόγμα πρόσφερε μια επί πλέον εξασφάλιση, επειδή είναι Ορθόδοξο και ότι, αν κανείς δεν πιστεύει στο Ορθόδοξο δόγμα, αυτό είναι ένας επί πλέον λόγος, για να πάει στην Κόλαση ό άνθρωπος αυτός, εκτός δηλαδή από το ότι ενδεχομένως θα τον στείλουν εκεί τα προσωπικά του αμαρτήματα.
Ο σοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα είναι ή Ορθοδοξία αυτοί έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία αποκλειστικά με την μέλλουσα ζωή.
Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ' αυτή την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο, επειδή, όταν ζούσαν, ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί!
Μία άλλη μερίδα Ορθοδόξων δραστηριοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας ενδιαφερόμενη όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως γι' αυτήν εδώ την ζωή. Δηλαδή για το πώς θα τους βοηθάει ή Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ' αυτήν την ζωή. Τέτοιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται στο Θεό, βάζουν τους Ιερείς να κάνουν προσευχές, κάνουν αγιασμούς, παρακλήσεις, ευχέλαιο κ.λπ.
, για να τους βοηθήσει ό Θεός να περνάνε καλά σ' αυτήν την ζωή, να μη αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να εξασφαλίζουν στα κορίτσια τους μία καλή προίκα και έναν καλό γαμπρό, τα αγόρια τους να βρουν καλές κοπέλες με καλή προίκα, για να παντρευτούν, οι δουλειές τους να πηγαίνουν καλά, ακόμη και στο χρηματιστήριο , η, ή βιομηχανία τους, κ.λπ. Οπότε βλέπομε ότι αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν κατά πολύ από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, πού κάνουν και εκείνοι τα ίδια περίπου πράγματα.
Δηλαδή βλέπει κανείς από τα παραπάνω την Ορθοδοξία να έχει αυτά τα δύο κοινά σημεία με όλα τα άλλα θρησκεύματα: Πρώτον, το να προπαρασκευάζει τους πιστούς, για την ζωή μετά θάνατον, ώστε να πάνε στον Παράδεισο, όπως ό καθένας τον φαντάζεται και δεύτερον, το να. φροντίζει, ώστε οι Χριστιανοί να μη περνούν θλίψεις, στενοχώριες, καταστροφές, αρρώστιες, πολέμους κ.λπ. σ' αυτήν εδώ τη ζωή, δηλαδή ό Θεός να τα τακτοποιεί όλα κατά τις ανάγκες η τις επιθυμίες τους. Έτσι γι' αυτούς τους δεύτερους, ή θρησκεία παίζει μεγάλο ρόλο σ' αυτήν την ζωή και μάλιστα σ' αυτήν την καθημερινή τους ζωή.
Κατά βάθος, όμως, άπ' όλους τους παραπάνω Χριστιανούς ποιος ενδιαφέρεται αν ύπάρχη ή δεν υπάρχει Θεός; Ποιος Τον αναζητά; Γι αυτούς δεν τίθεται θέμα αν ύπάρχη Θεός ή όχι, έφ' όσον καλύτερα θα ήταν να υπήρχε Θεός, για να μπορούμε να τον επικαλούμεθα και να του ζητούμε να ικανοποιεί ανάγκες μας, ώστε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας και να έχομε κάποια ευτυχία σ' αυτήν την ζωή.
Όποτε βλέπομε, ότι ό άνθρωπος έχει μία ισχυρότατη τάσι να θέλει να ύπάρχη Θεός, να πιστεύει ότι υπάρχει Θεός, διότι είναι μία ανάγκη για τον άνθρωπο να ύπάρχη Θεός, για να του εξασφαλίζει τα όσα είπαμε.
"Ε, και έφ' όσον είναι λοιπόν μία ανάγκη για τον άνθρωπο το να ύπάρχη Θεός, άρα Θεός υπάρχει! Αν ό άνθρωπος δεν είχε την ανάγκη ενός Θεού και αν μπορούσε να εξασφάλιση αυτάρκεια των προς το ζην σε αυτήν την ζωή με κάποιον άλλο τρόπο, τότε δεν ξέρει κανείς πόσοι άνθρωποι θα πίστευαν στον Θεό. Αυτό, γίνεται, εν πολλοίς και στην Ελλάδα.
Έτσι, βλέπομε, πολλοί άνθρωποι, ενώ πριν ήταν αδιάφοροι ως προς την θρησκεία, προς το τέλος της ζωής τους να θρησκεύουν, μετά ίσως από κάποιο γεγονός, πού τους φόβισε. Διότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να επικαλούνται να τους βοηθήσει κάποιος Θεός, από δεισιδαιμονική δηλαδή πρόληψη. Γι αυτούς τους λόγους ή φύσις του ανθρώπου βοηθά στο να θρησκεύη ό άνθρωπος. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ισχύει για τους πιστούς όλων των θρησκειών. Παντού ή φύσις του ανθρώπου είναι ίδια Έτσι ό άνθρωπος μετά την πτώση του —σκοτισμένος, όπως είναι κατά φύσιν — μάλλον, παρά φύσιν— ρέπει προς την δεισιδαιμονία.
Τώρα το ερώτημα, πού ακολουθεί είναι: Που σταματάει ή δεισιδαιμονία και που αρχίζει ή αληθινή πίστης;
Σ' αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ό όποιος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, πού κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, πού χρησιμοποιεί τους ιερείς, για να του κάνουν αγιασμούς, ευχέλαιο κ.λπ., χωρίς να εμβαθύνει σ' αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ό όποιος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή, για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως για αυτήν τη ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Ή μία τάσης εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και ή άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξη και περιμένει να πεθάνει, με μερικούς μοναχούς γύρω του.
Έφ' όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρση και τον φωτισμό, από Πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο, πού επιδιώκουν. Όσο, όμως, είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρση και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτηση της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάση. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ό κοινός άξονας, πού διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ό ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα, πού την απασχολούν και ό όποιος τοποθετεί τα πάντα επάνω σε ορθή βάση, όταν λαμβάνεται ύπ' όψιν, είναι ό άξονας: Κάθαρσις — φωτισμός—θέωσις.
Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στον άνθρωπο μετά θάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως, πού τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ό άνθρωπος σε αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σε αυτήν την ζωήν να αρχίσει ΤΗΝ θεραπεία, διότι «εν τω Αδη ουκ εστί μετάνοια». Γι.. αυτό ή Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλά είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.
Τώρα ή Κάθαρσις και ό φωτισμός για ποιόν λόγο χρειάζονται; Για να πάει ό άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφυγή την Κόλαση; Για αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται ή κάθαρσις και ό φωτισμός και για ποιόν λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρει κανείς τον λόγο και να δώσει απάντηση στην ερώτηση αυτή, πρέπει να κατέχει το βασικό κλειδί, το όποιο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδιστής είτε Ινδουιστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, οτιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προορισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητας κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξαν (το άκτιστο φως) του Θεού και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν την δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά . Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερο, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ κατανάλισκαν, σαν φωτιά, πού θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι, πού θα γίνη είτε το θέλουμε είτε όχι. Ή βίωσης, όμως, αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν, από τους δε.
Όποτε το έργο της Εκκλησίας και των κληρικών δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πως θα δη ό κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττει στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ό Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν και να προετοιμάζει τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως.
Αυτή ή προετοιμασία των μελών της Έκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, πού θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της, μία θεραπευτική αγωγή, ή οποία πρέπει να αρχίσει και να τελείωση σ' αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ' αυτήν τη ζωή να γίνη ή θεραπεία και να περατωθεί. Διότι μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια. Αυτή ή θεραπευτική αγωγή είναι ή ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και ή κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρση από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος και την θέωση, πάλι από την Χάρι του Άγιου Πνεύματος. Συμβαίνει δέ και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάσταση μερικού φωτισμού, σ' αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ' αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη.
Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, πού χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ό όποιος έχει την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίσει αυτό το έργο σήμερα, σ' αυτήν την ζωή, διότι σ' αυτήν την ζωή μπορεί. όχι μετά θάνατον. Και. αυτό ό ίδιος ό άνθρωπος είναι εκείνος, πού θα αποφασίσει για το αν θα ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.
Ο Χριστός είπε. •«Εγώ ειμί η οδός».. Ή οδός προς τι; όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ό Χριστός είναι πρώτα , η οδός σε αυτήν την ζωή. Ό Χριστός είναι ή οδός προς τον Πατέρα Του καί Πατέρα μας. Ό Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ' αυτή τη ζωή καί του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ό δρόμος είναι ό ίδιος ό Χριστός.
Το ερώτημα τώρα είναι: Ή θρησκεία ταυτίζεται με μία διδασκαλία περί της αθανασίας της ψυχής, καθώς καί με μία διδασκαλία περί της υπάρξεως Θεού για την μέλλουσα ζωή; Επίσης ταυτίζεται με την επικράτηση της πλήρους δικαιοσύνης; Δηλαδή πρέπει να έχομε θρησκεία, επειδή πρέπει να ύπάρχη ένας δίκαιος Θεός, ό οποίος θα κάνη καί την τελική κρίση όλων των ανθρώπων, ώστε να τιμωρηθούν οι άδικοι στην Κόλαση καί να βραβευθούν οι δίκαιοι (τα καλά παιδιά) στον Παράδεισο; Αν ή απάντησης είναι Ναι, ε τότε πρέπει να υπάρχη θρησκεία, άφ' ενός για να επικράτηση τελικά ή δικαιοσύνη καί άφ' ετέρου για να μη μείνει ανεκπλήρωτος ό πόθος του άνθρωπου για ευδαιμονία. Είναι δυνατόν δηλαδή το καλό παιδί να μη ζή μετά θάνατον ευδαίμονα ζωή; Δεν είναι δυνατόν! Κι ας ήταν αδικημένο σ' αυτήν την ζωή.
Όλοι δηλαδή αυτοί οι αδικημένοι ή τα καλά παιδιά είναι δυνατόν να μη δικαιωθούν στην μέλλουσα ζωή; Δεν είναι δυνατόν!
και δεν θα πρέπει εκεί να ζήσουν μία ζωή ευχάριστη, μία ζωή ευδαιμονίας; Βεβαίως! Μα, για να γίνη αυτό, θα πρέπει να ύπάρχη ζωή μετά θάνατον, καθώς και ένας καλός καί δίκαιος Θεός, ό όποιος θα πρέπει να κάνη μία καλή και δίκαιη μοιρασιά! Έτσι δεν είναι; Θα πρέπει να ύπάρχη. Σύμφωνα με την αντίληψη του Μεσαίωνα, δηλαδή, της Δυτικής θεολογίας.
Όμως, σε σχέση με όλα αυτά, έρχεται ή μοντέρνα ψυχολογία καί τα τινάζει όλα αυτά στον αέρα. Μας λέγει ότι αυτές οι αντιλήψεις είναι ψυχολογικές, διότι ό άνθρωπος έχει μέσα του το αίσθημα της δικαιοσύνης, το οποίο είναι εκείνο, πού απαιτεί να τιμωρηθούν τα κακά παιδιά καί να βραβευθούν τα καλά παιδιά! Καί, έφ' όσον ή βράβευσης αποτυγχάνει να πραγματοποιηθεί σ' αυτήν εδώ την ζωή, προβάλλει ή ανθρώπινη φαντασία την ιδέα ότι αυτά πρέπει να εκπληρωθούν σε μια άλλη ζωή καί για αυτό ό αδύνατος άνθρωπος, καθώς καί εκείνος, πού αγαπάει την δικαιοσύνη και έχει βαθιά καί σοβαρά αισθήματα για την δικαιοσύνη, γίνεται θρησκευόμενος καί πιστεύει στα δόγματα της θρησκείας, πού ακολουθεί. Για αυτούς τους λόγους δηλαδή πιστεύει, επειδή το δόγμα, στο οποίο πιστεύει, του εξυπηρετεί την ψυχολογική του ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης. Οι λόγοι αυτοί δεν έχουν φιλοσοφικά, μεταφυσικά δηλαδή θεμέλια, αλλά μόνο ψυχολογικά θεμέλια.
Το σωστό όμως, στο παραπάνω σκεπτικό είναι ότι, εάν ποτέ επικρατήσουν ή δικαιοσύνη και ή ευδαιμονία για τους καλούς ανθρώπους, θα πρέπει να επικρατήσουν σ' αυτήν την ζωή. Διότι άλλη ζωή οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρουν αν θα έχουν, έφ' όσον τα επιχειρήματα, - πού αναφέραμε για την ύπαρξη άλλης ζωής, είναι καθαρά ψυχολογικά επιχειρήματα και δεν είναι επιστημονικά επιχειρήματα, δηλαδή επιχειρήματα, πού θα θεμελιώνονται επάνω στην εμπειρία και στην επιστημονική μεθοδολογία. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν σε μία ζωή μετά θάνατον απλώς, επειδή θέλουν να πιστεύουν. Και γι' αυτό η ουσία της θρησκείας τους είναι να ύπάρχη μία άλλη ζωή, οπού τιμωρείται ή αδικία και Βραβεύεται ή δικαιοσύνη.
Έτσι, γι' αυτούς τους λόγους, βλέπει κανείς ότι σήμερα σοβαροί άνθρωποι στην Ευρώπη καί στην Αμερική δεν παραδέχονται πλέον αυτά τα θεμέλια της θρησκείας καί πάρα πολλοί επιστήμονες έχουν απορρίψει την θρησκεία καί έχουν οδηγηθεί στον αγνωστικισμό, ενώ• οι αντίστοιχοι τους της Ανατολικής Ευρώπης, στην αθεΐα Τα τελευταία χρόνια, όμως, βρίσκει κανείς πολλούς κομμουνιστές, οι όποιοι εγκατέλειψαν την σκληρή αθεΐα του παρελθόντος καί έχουν γίνει αγνωστικιστές. Καί από αυτής της απόψεως μοιάζουν με τους αγνωστικιστές της Ευρώπης και της Αμερικής. Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι θρησκευόμενοι στα κομμουνιστικά κράτη καί στην Αμερική, οι όποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν στην μετά θάνατον ζωή, διότι, όπως εξηγήσαμε, θέλουν να πιστεύουν, χωρίς να έχουν επιστημονικά επιχειρήματα για την στήριξη αυτών των πεποιθήσεων. Αυτή είναι ή γενική κατάστασης.
Τώρα ποια είναι ή θέσης της Ορθοδοξίας για όλα αυτά;
2.
Ή μεταφυσική θεώρησις της θρησκείας
Ή Ορθοδοξία ενδιαφέρεται πρωτίστως γι' αυτήν εδώ την ζωή. Οι Πατέρες τονίζουν ότι «μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια». Οι Νεοέλληνες θεολόγοι, όμως, ακολουθούντες τον δάσκαλο τους τον Αδαμάντιο Κοραή έχουν μία μεταφυσική αντίληψη περί του θέματος και έχουν αντιγράψει την μεθοδολογία των Λατίνων και των Προτεσταντών επάνω στο θέμα της θρησκείας.
Την περίοδο, πού έφυγαν αυτοί, για να σπουδάσουν θεολογία στην Ευρώπη και Ρωσία, αλλά και στην Αμερική μετά τον πόλεμο, ειχεν ήδη αρχίσει άπα πολλά χρόνια πριν ή μεγάλη διαμάχη μεταξύ άφ' ενός των εμπειριστών, πού είναι διάδοχοι του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επαναστάσεως του 1789 και των μεταφυσικών άφ ετέρου. Ή βασική διάκρισης μεταξύ εμπειριστών και μεταφυσικών είναι ότι ή ουσία της εμπειρικής γραμμής είναι ή παρατήρησης, ενώ της μεταφυσικής ό φιλοσοφικός στοχασμός.
Τότε όλοι οι θρησκευόμενοι ήσαν οπαδοί της μεταφυσικής και μέχρι πρότινος ακόμη, ενώ όλοι οι εμπειριστές ήταν αγνωστικιστές και μερικοί εξ αυτών και άθεοι. Γιατί; Διότι ή ουσία της εμπειρικής γραμμής δεν είναι καν φιλοσοφία. Βέβαια παρουσιάζεται σαν εμπειρική φιλοσοφία, σαν φιλοσοφία των εμπειριστών. Αυτοί επεκράτησαν επί των μεταφυσικών στην Αμερική και απετέλεσαν ένα μεγάλο έργο υπέρ της Ορθοδοξίας. Υπήρξαν, όμως, καταστροφικοί για την Νεοελληνική Θεολογία.
Σήμερα στην Ελλάδα όλοι οι Μαρξιστές είναι εμπειριστές, χωρίς να το ξέρουν βέβαια. Διότι οι 'Έλληνες Ιδεολόγοι Μαρξιστές δεν ξέρουν ποιο είναι το οικογενειακό δένδρο του Μαρξισμού, όπως το ξέρουν οι συνάδελφοι τους στην Ευρώπη και την Αμερική, διότι εδώ απλώς έχουν αποστηθίσει μηχανικά τα μαθήματα τους, όπως οι Ιεχωβάδες.
Νομίζω ότι είναι μεγάλη τραγωδία, όχι του Αισχύλου, άλλα του αίσχους, το ότι δεν υπάρχουν δυνατοί διανοούμενοι Μαρξιστές στην Ελλάδα. Ευτυχώς βέβαια για την Αστυνομία και τους Δεξιούς, καθώς και τους Νεοέλληνες θεολόγους, άλλα δυστυχώς για την έρευνα της αλήθειας. Διότι ό Μαρξισμός ξεκίνησε επάνω σε εμπειρικές βάσεις και έφθασε εκεί πού έφθασε. Το θεμέλιο του Μαρξισμού και το θεμέλιο της Πατερικής θεολογίας από επιστημονική άποψη είναι το ίδιο, οπότε μπορούσαν μεταξύ τους οι Μαρξιστές και οι Πατερικοί θεολόγοι να συνεννοηθούν.
Ό Μαρξισμός, Όμως, συγκρούσθηκε με τη θρησκεία. Ναι, άλλα με ποια θρησκεία; Όχι με την Αποκάλυψη, αλλά με την θρησκεία, πού ταυτίζεται με την μεταφυσική.
Ένας δε από αυτούς τους μεταφυσικούς, πού ταύτισε την τύχη του Ελληνισμού με την Μεταφυσική, Ή ουσιαστική διαφορά μεταξύ εμπειριστού και μεταφυσικού είναι ότι ό μεταφυσικός έχει ως κύριο γνώρισμα του την τάσι να ταυτίζει με την πραγματικότητα κάτι, πού του φαίνεται ότι είναι λογικά βέβαιο. Βέβαια μπορεί ένας άνθρωπος να έχη λογική βεβαιότητα για κάτι με λογικά επιχειρήματα.
Έφ' όσον, όμως, αυτή δεν υποπίπτει στην εμπειρική εξακρίβωση, στην εμπειρική επιβεβαίωση, πώς μπορεί να είναι βέβαιος περί εκείνου, πού σκέπτεται και λογικά συμπεραίνει; Επειδή είναι απλή σκέψη; Πως μπορεί κανείς να ταύτιση την σκέψη του με την βεβαιότητα; Ό μεταφυσικός το κάνει αυτό το πράγμα, ενώ ό εμπειριστής αποδέχεται και κατατάσσει σε ομάδες μόνον, ό,τι υποπίπτει στην αντίληψη του από εμπειρική παρατήρηση.
Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια οι Καλβινιστές έχουν κάποια δυσκολία μαζί με τους Παπικούς. Οι Λουθηρανοί, όμως, ζουν σ' άλλον κόσμο γύρω από αυτά τα θέματα.
Εκείνος τώρα, πού είναι άθεος, γιατί δεν πιστεύει; Διότι δεν έχει το δώρο του Άγιου Πνεύματος, το δώρο της ενδιαθέτου πίστεως. Καί εκείνος, πού λέγει ότι πιστεύει, είναι πράγματι πιστός; Όχι πάντα. Όπως π.χ. οι Καλβινιστές, οι οποίοι λένε πολλές φορές ότι πιστεύουν, επειδή είναι προορισμένοι. Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο βαδίζουν τον αντιεπιστημονικό δρόμο, εκείνον δηλαδή, πού δεν κατοχυρώνεται από κάποια εμπειρική πραγματικότητα• αλλά ούτε μεταφυσική κατοχύρωση έχουν γι' αυτά, πού πιστεύουν. Αυτοί βέβαια το ξέρουν αυτό, διότι είναι διανοούμενοι και ξέρουν πώς έχουν τα πράγματα, όμως, συνεχίζουν να κινούνται κατ' αυτόν τον τρόπο. Γι' αυτό, όμως, παρατηρείται ότι και οι Καλβινιστές και οι Λουθηρανοί καταφεύγουν στον Υπαρξισμό. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με τους Προτεστάντες της Αμερικής, οι όποίοι προσθέτουν στα προηγούμενα και τον συναισθηματισμό. ΟΙ Προτεστάντες της Αμερικής είναι πάρα πολύ συναισθηματικοί και στην λατρεία τους και στον τρόπο συμπεριφοράς τους.
3.
Ή Ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του Ρωμαϊκού κράτους
Έχοντες τώρα αυτά ύπ' όψιν, βλέπομε γιατί το Βυζαντινό κράτος επεδίωξε να έχη ως επίσημη θρησκεία την Ορθοδοξία και γιατί έκανε τόσες πολλές προσπάθειες, ώστε να διαφυλάσσεται ακέραιο το Ορθόδοξο δόγμα. Γιατί το έκανε; Για να διαφύλαξη απλώς το δόγμα ως δόγμα; Η μάλλον, επειδή το συγκεκριμένο Ορθόδοξο δόγμα ήταν ή προϋποθέσεις για μία θεραπεία των πολιτών, ή οποία θα επέφερε κοινωνική εξυγίανση, μέσω της θεραπείας της προσωπικότητας ενός εκάστου πολίτη; Μάλλον, το δεύτερο.
Ό Εθνικός Ύμνος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ποιος ήταν; Δεν ήταν το:«Σώσον, Κύριε; τον λαόν Σου και ευλόγησαν την κληρονομίαν Σου• νικάς τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος, και το Σόν φυλάτων δια του Σταυρού Σου πολίτευμα»; Αυτός ό ύμνος εκφράζει την ιδεολογία—αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι--της εφαρμογής της Ορθοδόξου διδασκαλίας, πίστεως και ζωής στο Κράτος, σε πανεθνική δηλαδή κλίμακα. Αφού το Κράτος διείδε την κοινωνική συμβολή και ωφέλεια, πού θα προέκυπτε από την Ορθόδοξη θεραπευτική διδασκαλία και μέθοδο, εάν εφαρμοζόταν, θέσπισε και προέβαλε την Ορθόδοξη πίστη ως την επίσημη θρησκεία του Κράτους, ώστε το Κράτος να γέμιση από ενορίες, στις οποίες οι Ιερείς θα ασκούσαν αυτήν την θεραπευτική αγωγή. Έτσι οι ενορίες οι οποίες οι ιερείς θα ασκούσαν αυτή την θεραπευτική αγωγή. Έτσι οι ενορίες θα ηύξαναν συν το χρόνο Σε υγιείς πολίτες και κατ' επέκτασιν και το ίδιο το Κράτος. Γ αυτό ή Εκκλησία δεν είπε φυσικά όχι, αλλά συνεργάσθηκε με το κράτος.
Συνέβη, όμως, αυτή ή εξουσία, πού εδόθη στην Εκκλησία, μαζί με την αναγκαίουσα διοικητική εκκλησιαστική οργάνωση να δημιουργήσει ένα δημοσιοϋπαλληλικό πρόβλημα ως αναγκαίο κακό. Πολλοί δηλαδή, πού εποφθαλμιούσαν δημόσιες θέσεις, υπεκρίνοντο τους Ορθοδόξους, ενώ δεν ήσαν, ή δε Εκκλησία άρχισε να εκκοσμικεύεται.
Παρ' όλα αυτά ή Εκκλησία είχε ως παράλληλο έργο της το να προστατεύει το Κράτος από τους κομπογιαννίτες γιατρούς, δηλαδή από τους αιρετικούς. Οι Τοπικές και Οικουμενικές Σύνοδοι φρόντιζαν ακριβώς γι' αυτό. Στα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων βρίσκομε την φράση «'Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν». Δηλαδή: Έφάνη καλόν εις το Αγιον Πνεύμα και εις ημάς... Αυτό το έλεγαν οι παρευρισκόμενοι στις Συνόδους αυτές, διότι, είχαν στην κατοχή τους την νοερά προσευχή, δια της οποίας επληροφορούντο περί της αληθείας των Όρων, πού διετύπωναν.
Σήμερα, όμως, πού σπανίζει ή νοερά προσευχή στους επισκόπους, αν συνέλθει μία Σύνοδος εξ επισκόπων και σηκωθούν κατά την έναρξη και πουν όλοι μαζί «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ό πανταχού παρών και τα πάντα πληρών...», θα έλθη οπωσδήποτε το Πνεύμα το Άγιο να τους φώτιση; Επειδή δηλαδή είναι κανονικοί επίσκοποι και συνέρχονται σε Σύνοδο και κάνουν προσευχή; Όμως , δεν ενεργεί το Πνεύμα το Άγιο έτσι. Μόνο, δηλαδή, κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις. Χρειάζονται και άλλες. Χρειάζεται ό προσερχόμενος να έχη ήδη ενεργούμενη την νοερά προσευχή μέσα του, όταν προσέρχεται στη Σύνοδο, για να τον φώτιση ή Χάρις του Θεού. Στις ψευδοσυνόδους οι προσερχόμενοι δεν είχαν αυτήν την προσευχητική κατάσταση.
Οι παλαιοί επίσκοποι, όμως, είχαν τέτοια πνευματική εμπειρία και όταν προσήρχοντο ως Σώμα, ήξεραν τι το Πνεύματα Άγιο τους πληροφορούσε μέσα στην καρδιά για ένα συγκεκριμένο θέμα. Καί, όταν έβγαζαν αποφάσεις, ήξεραν ότι οι αποφάσεις τους ήταν σωστές. Διότι ευρίσκοντο σε κατάσταση φωτισμού, ενώ ορισμένοι από αυτούς είχαν φθάσει και στον δοξασμό, δηλαδή στην θέωση.
Όποτε βλέπουμε ότι στην αρχαία Εκκλησία κυριαρχούσε το χαρισματικό στοιχειό (δηλαδή κυριαρχούσαν τα μέλη με χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος), ενώ τα καθιδρυματικά στοιχεία, δηλαδή τα τυπικά εκκλησιαστικά και διοικητικά προσόντα ακολουθούσαν. Αυτό είναι σαφέστατο και στη Καινή Διαθήκη και στην αρχαία Εκκλησία και στους μεγάλους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, από την 1 η Οικουμενική Σύνοδο (4ος αιών), μέχρι την 9η Οικουμενική Σύνοδο, πού έλαβε χωράν επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (14ος αιών).
Αυτού του είδους την συμμαρτυρία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά την ξέρουν καλά μόνο όσοι έχουν την νοερά προσευχή ενεργούμενη μέσα στην καρδιά τους. Ή νοερά προσευχή είναι μία εμπειρική εξακρίβωσης και επιβεβαίωσης της θεραπείας του νοός του ανθρώπου. Μία τέτοια θεραπεία είναι εφικτή σε όλους τους ανθρώπους, έφ' όσον πληρούνται οι πνευματικές προϋποθέσεις της θεραπευτικής μεθόδου. Δεν είναι δηλαδή προορισμένοι ή σχεδιασμένη μόνο για κάτι καλογήρους, μόνο δηλαδή για κάποιους, πού φοράνε ράσα, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Διότι στην Αγία Γραφή δεν φαίνεται πουθενά να γίνεται διάκρισης μεταξύ μοναστικής πνευματικότητος και λαϊκής πνευματικότητος. Ή Άγια Γραφή μιλάει μόνο για μία πνευματικότητα. Έχετε βρει ποτέ στην Αγία Γραφή κάποιο χωρίο, πού να μιλάει ξεχωριστά για πνευματικότητα λαϊκών για πνευματικότητα κληρικών; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα στην Αγία Γραφή. Η εν Χριστώ πνευματικότης είναι μία για όλους τους πιστούς.
Αυτή ή εν Χριστώ πνευματικότης είναι στην ουσία της μία θεραπευτική αγωγή, ή οποία προσφέρεται από τον Χριστό σε όλους τους ανθρώπους. Είναι σχεδιασμένη για όλους τους ανθρώπους. Δεν είναι μόνο για μοναχούς ή τους κληρικούς ή τους μορφωμένους ή διανοουμένους, διότι μέσα της δεν έχει καθόλου διανόηση. ούτε έχει σχέση με τα εξωτερικά και φαινόμενα του ανθρώπου, αλλά με τα εσωτερικά και κρυπτά.
Β' Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ Η ΔΕ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ (Απόσπασμα από τον Τόμο: Ορθοδοξία - Ελληνισμός, πορεία στην γ χιλιετία. Τόμος Β, έκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Άγίου Όρους 1996, σ. 67-68).
Ή νόσος της θρησκείας
Οι πατριάρχαι και οι προφήται της Παλαιάς Διαθήκης, οι απόστολοι καί οι προφήται της Καινής Διαθήκης και οι διάδοχοι των γνωρίζουν καλώς την νόσον της θρησκείας και τον Ιατρό, πού την θεραπεύει, δηλαδή τον Κύριον (Ίαχβέ) της Δόξης._ Αυτός είναι Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών. Θεράπευε την νόσον αυτήν στους φίλους και πιστούς Του προ της ενσαρκώσεώς Του και συνεχίζει και ως Θεάνθρωπος να την θεραπεύει.
Ή εν λόγο νόσος συνίσταται εις το ότι υπάρχει βραχυκύκλωμα μεταξύ του πνεύματος εν τη καρδία του ανθρώπου (δηλαδή της κατά τους πατέρας νοεράς ενεργείας) καί του εγκεφάλου. Εις την φυσιολογική της κατάστασιν ή νοερά ενέργεια κινείται κυκλικώς ωσάν στρόφαλος προσευχόμενη εντός -της καρδίας. Εις την νοσούσαν κατάστασίν της ή νοερά ενέργεια δεν στροφαλίζεται κυκλικώς. Άλλα ξεδιπλωμένη και ριζωμένη εις την καρδίαν κολλάει εις τον εγκέφαλο και δημιουργεί Βραχυκύκλωμα μεταξύ εγκεφάλου και καρδίας. Έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου, πού είναι όλα από το περιβάλλον, γίνονται νοήματα της νοερας ενεργείας ριζωμένης πάντα στην καρδίαν. Έτσι ό παθών γίνεται δούλος του περιβάλλοντος του. Ως εκ τούτου συγχέει ορισμένα προερχόμενα εκ του περιβάλλοντος του νοήματα με τον θεόν ή τους θεούς του.
Με τον ορον θρησκεία εννοούμε κάθε «ταύτισιν» του αρίστου με το κτιστόν και μάλιστα κάθε «ταύτισιν παραστάσεων» του άκτίστου με νοήματα και ρήματα της ανθρωπινής σκέψεως, πού είναι το θεμέλιον της λατρίας των ειδώλων. Τα νοήματα και ρήματα αυτά δύνανται να είναι απλώς νοήματα και ρήματα ή και παραστάσεις με αγάλματα και εικόνας εντός και εκτός νομιζομένου θεοπνεύστου κειμένου. Με άλλα λόγια και ή ταύτισις των περί Θεού νοημάτων και ρημάτων τής Άγιας Γραφής με το άκτιστον ανήκει και αυτή εις τον κόσμον της ειδωλολατρίας και είναι το θεμέλιο όλων των μέχρι τούδε αιρέσεων.
Εις την θεραπευτική παράδοσιν τής Παλαιάς και τής Καινής Διαθήκης χρησιμοποιούνται κατάλληλα νοήματα και ρήματα ως μέσα κατά την διάρκεια της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και τα οποία καταργούνται κατά την διάρκεια του δοξασμού, όταν αποκαλύπτεται εν τω σώματι του Χριστού , η πληρούσα τα κτιστά πάντα απερίγραπτος, ακατάληπτος και άκτιστος δόξα του Θεού. Μετά τον δοξασμό τα νοήματα και ρήματα της νοερας εν τη καρδία προσευχής επανέρχονται. Από τον δοξασμό του ό παθών διαπιστώνει ότι ουδεμία όμοιότης υπάρχει μεταξύ κτιστού και άκτίστου και ότι Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατότερον.
Το θεμέλιο των αιρέσεων του Βατικανού και των Διαμαρτυρομένων είναι το γεγονός ότι ακολουθούν τον Αυγουστίνο, ό όποιος εξέλαβε την εν λόγω αποκαλυφθείσα δόξαν του Θεού εις την Πάλαιαν και την Καινήν Διαθήκην, ως «κτιστήν», γενομένην και άπογενομένην μάλιστα. Όχι μόνον τούτο, αλλά και το χειρότερον, εξέλαβε μεταξύ άλλων και τον Μεγάλης Βουλής Αγγελον και την δόξαν Του ως γινόμενα και απογινόμε να κτίσματα, τα όποια ό Θεός φέρει έκτου μηδενός εις την υπαρξιν, δια να οραθούν και να ακουσθούν και τα οποία επιστρέφει πάλιν εις την ανυπαρξία μετά την τέλεσιν της αποστολής των.
Άλλα, δια να έχη κανείς όρθήν κατεύθυνσιν εις την θεραπεία τής νοερας ενεργείας πρέπει να έχη οδηγόν την πείρα θεουμένου όστις μαρτυρεί περί ορισμένων αξιωμάτων: ότι μεταξύ α) του άκτίστου Θεού και των άκτίστων ενεργειών Του και β) των κτισμάτων Του, ουδεμία όμοιότης υπάρχει και ότι «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε άδυνατώτερον» (Άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος). Μόνον βάσει αυτών των αξιωμάτων δύναται κανείς να αποφυγή το κατάντημα να απόκτηση οδηγό τον διάβολο μέσω δήθεν θεολόγων, πού στοχάζονται περί Θεού και των θείων.
Εις την φυσική κατάστασίν της ή νοερά ενέργεια ρυθμίζει τα πάθη, δηλαδή της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντηρήσεως (δηλαδή του φόβου του θανάτου), ώστε να είναι αδιάβλητα. Εις νοσούσαν κατάστασίν τα πάθη γίνονται διαβλητά. Αυτά, εν συνδυασμό με την αδέσποτο πλέον φαντασία, δημιουργούν μαγικές θρησκείας για την χαλιναγώγησιν των στοιχείων της φύσεως ή και την επιπλέον σωτηρίαν της ψυχής εκ της ύλης εις κατάστασίν ευδαιμονίας ή και της ευδαιμονίας με σώμα και ψυχή.
Ή πίστης, κατά την Άγίαν Γραφήν, είναι ή συνεργασία με το Αγιον Πνεύμα, το Όποιον εγκαινιάζει την θεραπεία της νόσου της ιδιοτελούς αγάπης εις την καρδίαν και την μεταβάλλει εις αγάπην, ή οποία «ου ζητεί τα εαυτής». Ή θεραπεία αυτή κορυφώνεται με τον δοξασμό (την θέωσιν) και συνιστά την πεμπτουσίαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, ή οποία αντικατέστησε δι' αυτής την είδωλολατρίαν ως τον πυρήνα του Ελληνικού Πολιτισμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όφείλομεν να έχωμεν σαφή εικόνα των πλαισίων εντός των οποίων και ή Εκκλησία και το Κράτος ειδον την συμβολή των θεουμένων εις την θεραπεία της νόσου της θρησκείας, πού διαστρέφει την ανθρώπινη προσωπικότητα δια μέσου της αναζητήσεως της ευδαιμονίας εντεύθεν και πέραν του τάφου δια να κατανοήσομε τον λόγον, δια τον οποίον ή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε την Ορθόδοξο Έκκλησίαν εις το διοικητικό της δίκαιον. Ούτε ή Εκκλησία, ούτε το Κράτος ειδον την αποστολή της Εκκλησίας ως απλή άφεσιν αμαρτιών των πιστών δια την μετά θάνατον είσοδον των εϊς τον παράδεισον. Τούτο θα ισοδυναμεί με ιατρική συγχώρησιν των νόσων των ασθενών διό την μετά θάνατον θεραπείαν των. Και ή Εκκλησία και το Κράτος εγνώριζον καλώς ότι ή άφεσις αμαρτιών ήτο μόνον ή αρχή της θεραπείας της αναζητούσης την ευδαιμονία νόσου της ανθρωπότητας. Ή θεραπεία αυτή ήρχιζεν με την κάθαρσιν της καρδίας, έφθανε εις την αποκατάστασιν της καρδίας εις την φυσική της κατάστασίν του φωτισμού και ετελειοποιείτο ό όλος άνθρωπος εις την υπέρ φύσιν κατάστασιν του δοξασμού, δηλαδή της θεωσεως. Το αποτέλεσμα της θεραπείας και της τελειώσεως ταύτης δεν ητο μόνον ή κατάλληλος προετοιμασία δια την μετά τον σωματικό θάνατον ζωήν, αλλά και ή μεταμόρφωσις της κοινωνίας εδώ και τώρα από συγκροτήματα εγωιστικών και εγωκεντρικών ατόμων εις κοινωνίαν ανθρώπων με αναδιοτελή αγάπη, «ήτις ου ζητεί τα εαυτής».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Monday, April 07, 2008
 |
Current mood:  determined
Category: Religion and Philosophy
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ:
"Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης
ο "προφήτης της Ρωμηοσύνης" προσωπογραφούμενος μέσα από άγνωστα ή λίγο γνωστά κείμενα". Του Πρωτ. π. Γεωργίου Μεταλληνού
http://www.bibliopolio.gr/
http://www.perizitito.gr/product.php?productid=56969
Μια πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά του αειμνήστου π. Ιωάννου Ρωμανίδη και του έργου του παρουσιάζεται από το π. Γεώργιο Μεταλληνό, στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του με τίτλο: "Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης" και υπότιτλο: "ο "προφήτης της Ρωμηοσύνης" προσωπογραφούμενος μέσα από άγνωστα ή λίγο γνωστά κείμενα" από τις εκδόσεις Αρμός. Πρόκειται για μια συλλογή άρθρων, που προσφέρουν βιογραφικά του στοιχεία ή απαντούν σε συκοφαντικά χαλκεύματα, συνοδευόμενα από μια αποτίμηση της θεολογικής και εκκλησιαστικής του προσφοράς, και μια αλληλογραφία του αειμνήστου π. Ιωάννου με φιλική του οικογένεια.
Μέσα στα προσωπικά του αυτά γράμματα συναντούμε τον επιστολογράφο π. Ιωάννη και παρακολουθούμε το εκκλησιαστικό κλίμα της Αμερικής και της Ελλάδος την εποχή του.
Βλέπουμε τον ειδικό ερευνητή με την ανύστακτη αγωνία του για τα εκκλησιαστικά πράγματα και την ασταμάτητη εργασία. "Ο πάτερ μελετά τα γερμανικά τώρα για να ημπορεί να δώσει τις εξετάσεις στα Γερμανικά και Γαλλικά τον Νοέμβριο" σε ηλικία 31 ετών. Έμαθε τα αρχαία για να διαβάση τα πρότυπα κείμενα, σπούδασε τα αγγλικά σε Προτεστάντικο σχολείο και Πανεπιστήμιο, προσβλέποντας στην "χιονοστιβάδα" που θα κάνη γνωστή την άγνωστη μέθοδο της Εκκλησίας παγκοσμίως. Την μέθοδο αυτή της Εκκλησίας, ως πολύτιμο αγαθό ήθελε να την δη να διαφημίζεται παγκοσμίως και με τον πρέποντα τρόπο.
"Τρία είναι τα στάδια της τελειότητος: κάθαρσις, φωτισμός, θέωσις. Οι αιρετικοί και οι δικοί μας που έχουν επηρεασθεί απ' αυτούς, αντικατέστησαν την κάθαρσιν με την ηθική, τον φωτισμό με την αρχαία φιλοσοφία και την θέωσι την μετέθεσαν για την άλλη ζωή. Γι' αυτό μας φαίνεται τώρα ακατανόητος ο λόγος του Αγ. Συμεών και των λοιπών Πατέρων".
Η απλότητά του, η γνησιότητα στις επιδιώξεις του, η σαφήνειά του, η καθαρότητα του χαρακτήρα του φανερώνονται μέσα από τις γραμμές των επιστολών του.
Δεν ήταν όμως μόνον ερευνητής πρωτοπόρος. Αυτά που ερευνούσε και δίδασκε τα βίωνε στην καθημερινή του ζωή:
"Μία καλή και αυστηρά μοναχική ζωή είναι το μόνο πράγμα που ειμπορεί να δείξη τον δρόμον να εξέλθωμεν από αυτήν την ελεεινήν κατάστασιν της Ορθοδοξίας εν Αμερική... Θα έχωμεν το τυπικόν του Αγίου Όρους με τές αγρυπνίες κτλ...
Ξεύρετε ασφαλώς πόσο ζηλεύσαμεν διαβάζοντας τα περί ολονυχτίας στο σπίτι με τέτοια παρέα...
Μάθαμεν ότι η Ειρήνη είναι βαρειά άρρωστη και λυπηθήκαμεν πάρα πολύ. Την προσευχήν του Ιησού και το κομποσχοίνι να μη αφήση ούτε στιγμήν. Είναι μεγάλο όπλο η ευχή αυτή και η ενέργεια του Θεού πάντοτε επικρατεί μέσα στην καρδίαν του ανθρώπου, αρκεί ο άνθρωπος να την θέλη και να μη έχει το μιαλό σκόρπιο στα μάταια πράγματα του κόσμου τούτου. "Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω"...
Επειδή είμεθα κοσμικού πνεύματος άνθρωποι, ελυπήθημεν πολύ, όταν μάθαμε ότι το καλύτερό σας παιδί έφυγε από κοντά μας, αλλά από το άλλο μέρος εχάρημεν πνευματικώς, διότι ετελείωσαν τα βαρέα βάσανά της και ευρίσκεται με τον Χριστόν και την Παναγίαν και τους Αγίους, αφού έφυγε προετοιμασμένη και δια πυρός υπερδοκιμασμένη, ως αρμόζει μόνον εις εκλεκτόν παιδί του Θεού...".
Ένα αξιοσημείωτο θέμα είναι και η εικόνα της οικογενειακής του ζωής που προσκομίζει ο αναγνώστης μέσα από αυτά τα γράμματα. Ούτε ίχνος παραπόνου και πίκρας δεν διακρίνεται στα γράμματά του για την προσωπική οικογενειακή του ζωή. Αγωνία, ευγένεια, ηρεμία, τρυφερότητα, ευσπλαχνία και πατρική καλωσύνη.
Επίσης, σημαντική είναι και η παρατήρηση του π. Γεωργίου σε υποσημείωσή του, όπου σχολιάζει μια φράση του π. Ιωάννη για τον π. Γ. Φλωρόφσκυ: "Είναι εδώ σαφές ότι ο π. Ιωάννης έγινε μαθητής του π. Γ. Φλωρόφσκυ, όταν ήταν ήδη διδάκτωρ Θεολογίας (Αθηνών) και καθηγητής στη Σχολή του Τιμίου Σταυρού. Οι θεολογικές προϋποθέσεις του, λοιπόν, δεν οφείλονται στη σχέση του με τον π. Φλωρόφσκυ, όπως πιστεύεται και λέγεται συνήθως".
Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνεται και μια εργογραφία των έργων του συγγραφέα π. Ιωάννου Ρωμανίδη. Ο ίδιος ήθελε να τα δη όλα δημοσιευμένα στο διαδίκτυο, ελεύθερα σε όλους –κάτι που εν μέρει έγινε και γίνεται. Τα έργα του εμφανίζονται σε πολλές σελίδες στο διαδίκτυο. Μεταφρασμένα σε αρκετές γλώσσες.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Δεν μπορούσε να γίνη διαφορετικά, αφού εγγυώνται γι' αυτό και ο συγγραφέας, π. Γεώργιος Μεταλληνός, καί, βεβαίως, ο προσωπογραφούμενος, αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης.
Ο π. Γεώργιος αφιερώνει το βιβλίο με την εξής φράση:
"Στον αλησμόνητο παπα-Γιάννη, τον πατερικό Καππαδόκη και φωτιστή μας".
"...Η Μητέρα του Χριστού και οι Άγιοι προσεύχονται δια την σωτηρίαν μας και δι' ό,τι συντελεί εις αυτήν. Ο Θεός είναι καλός και πάντοτε το καλόν ποιεί εις ημάς δια την τελειοποίησιν της αγάπης μας. Η δοκιμασία θεωρείται ως κάτι το κακόν μόνον από συμφεροντολόγους, που έχουν αγαπήσει τον κόσμον και υπηρετούν τας επιθυμίας αυτού. Εις αυτούς αποκαλύπτεται οργή εξ ουρανού. Εκείνος, ο οποίος πραγματικά αγαπά τον Θεόν, αντιμετωπίζει την δοκιμασίαν με την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος και αντί να ελλατώνεται, αυξάνεται και όσον δοκιμάζεται, τόσον περισσότερα θερμαίνεται και γίνεται φωτιά μέσα στην καρδίαν του, και αφού πλέον ανάψει η καρδιά με το πυρ της θεότητος, ο διάβολος αποχωρεί μη έχων πλέον μέρος εν αυτή και ο άνθρωπος φως γίνεται και λάμπει πλέον ωσάν το φως και φεύγει από μέσα του το σκοτάδι. Δι' όσους αγαπούν τον Θεόν τα πάντα συνεργούν εις αγαθόν και προ πάντων αι θλίψεις μας. Αλλοίμονον εις ημάς, όταν δεν καταλαβαίνωμεν ότι ό,τι γίνεται, γίνεται δια το καλόν μας... Μέσα στην κάθε αναπνοή του ανθρώπου ευρίσκεται ο Θεός παντοδύναμος, αλλά και παντογνώστης γνωρίζων το καλόν μας. Ας λέγομεν πάντοτε το "γενηθήτω το θέλημά σου", αλλά ας παρακαλούμεν την μητέρα και τους φίλους του Χριστού και τον Χριστόν να βάλη το χέρι του.... Ο Θεός ως φίλους έχει τους βαστάζοντας τον σταυρόν, διότι η αγάπη των υπερβαίνει την κοσμικήν αγάπην, ήτις όλο ζητεί τα εαυτής..." (π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Γ.Γ., Χ.Μ.
http://www.parembasis.gr/2004/frames_04_01.htm
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Thursday, February 21, 2008
 |
Current mood:  determined
Category: Religion and Philosophy

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ Θεόκλητε μοναχέ,
Εύχομαι το γράμμα μου να εύρη Σας και τον αγαπητόν μας Γέροντα Γαβριήλ υγιαίνοντας σωματικώς και πνευματικώς και τα του Μοναστηρίου πλήρως εν τάξει. Ο νους μου ευρίσκεται πάντοτε εις το Άγιον Όρος και με κάθε ευκαιρίαν προσπαθώ να διαφωτίσω τους γνωστούς μου περί αυτού. Πιστεύω ακραδάντως ότι η ζωντάνευσις της Ορθοδοξίας θα επέλθη μόνον διά της αναστηλώσεως του μοναχικού μας βίου. Ακριβώς επειδή η εν κόσμω Εκκλησία απεκόπη της μοναχικής παραδόσεως, εσημειώθη επί των ημερών μας η γνωστή κατάπτωσις της πνευματικής ζωής. Ο σατανάς έχει τόσον πολύ διαστρέψει την θεολογίαν των αιρετικών και των εκ της Δύσεως επηρεασμένων δήθεν ορθοδόξων, ώστε να νομίζουν τινές ότι η σωτηρία δεν είναι από το κράτος και τας χείρας του εχθρού, αλλά απο τον Θεόν. Ο Θεός έγινε άνθρωπος δια να μας σώση από τον εαυτόν Του!
Διά τούτο εις την Δύσιν εξέλιπεν η ασκητική ζωή. Ούτε νηστεύουν,ούτε προσεύχονται πολύ. Μόνον ζητούν την ευδαιμονίαν. Η κατάπτωσις της μοναχικής μας ζωής δεν οφείλεται, ως νομίζουν τινες, εις έλλειψιν αφοσιωμένων νέων. Υπάρχουν πολλοί που αφοσιώνονται εις την Εκκλησίαν. Επειδή όμως έχουν διεστραμμένην αντίληψιν περί σωτηρίας, προορισμού και αμαρτίας, δια τούτο αντί να πάνε στα Μοναστήρια πηγαίνουν στην «Ζωή», ή γίνονται κοσμοκαλόγηροι, δηλαδή κοσμικοί Αρχιμανδρίται και δυστυχώς σήμερα απο αυτούς βγαίνουν οι Επίσκοποι. Όταν υπάρχει εσφαλμένη Θεολογία, τότε ο χριστιανισμός καταντά δράσις.
Διά την περί Εκκλησίας Θεολογίαν των σημερινών μας Θεολόγων η μόνη απόδειξις ότι δεν απέθανεν η Ορθοδοξία είναι ο «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» και η δράσις της «Ζωής». Η «Ζωή» είναι αναγκαία δια την περί Εκκλησίας Θεολογίαν των Θεολόγων των κλινόντων προς την Δύσιν. Διʼ αυτούς η έλλειψις της «Ζωής» είναι απόδειξις οτι εξέπνευσεν παντελώς η Ορθοδοξία. Τώρα ήδη ήρχισεν η «Ζωή» να κατακτά έδαφος εδώ εις την Αμερικήν και θα καρποφορήση, διότι όλη η εδώ ζωή είναι εν τω κόσμω δράσις και τίποτε άλλο. Ο μοναχικός βίος των ετεροδόξων εδώ είναι μεστά δράσεως τάγματα και καταγίνονται με ό,τιδήποτε εκτός από άσκησιν πνευματικήν, ώς την εκλαμβάνει η Ορθόδοξος Παράδοσις. Λοιπόν μέσα εις το καλούπι τούτο χωρεί άριστα η κίνησις της «Ζωής».
Δυστυχώς δεν έχομεν ούτε ένα ασκητήν ή μοναστήρι και δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα ζωντανόν Ορθοδόξου ζωής. Επομένως, ο τύπος ευσεβείας «Ζωής» ομοιάζει τόσον πολύ με την ευσέβειαν των ετεροδόξων, ώστε θα κάμει θραύσιν, εάν ριζωθή…… οι Έλληνες έχουν αφομοιωθή με τον ευδαιμονισμόν της Δύσεως και εις τα μάτια τους ο ευδαιμονισμός είναι θέλημα Θεού. Λοιπόν τί θα πάει να κάμει επάνω στους βράχους με ολονυκτίες και τα λοιπά;….Νομίζω ότι θα λυπηθή ο διάβολος που δεν μας αρέσει ο χριστιανισμός που προωθεί, αλλά τί να γίνει; Δεν ημπορεί κανείς να αρέσει εις αυτόν, όταν θέλει να αρέσει στον Θεόν. Ωραία περιγράφει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος πώς ο σατανάς βοηθεί εις την προσευχήν και στα καλά έργα ωρισμένων.
Με την εν Χριστώ αγάπην Ι. Ρωμανίδης
(Μον. Νικοδήμου Μπιλάλη, Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, έκδ. προηγουμένου Αθανασίου Λαυριώτου, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ-ΑΘΗΝΑΙ 1975, σ.274-275.
Επιστολή του π. Ιωάννου Ρωμανίδου στον π. Θεόκλητο Διονυσιάτη)
Του Αρχιμανδρίτου π. Μελετίου Απ. Βαδραχάνη
Το 1960 ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης (1927-2001), μεγάλος ελληνοαμερικανός θεολόγος και μετέπειτα καθηγητής της δογματικής στη θεολογική σχολή του Α.Π.Θ. σε επιστολή του προς τον λόγιο αγιορείτη μοναχό Θεόκλητο Διονυσιάτη έκανε έκκληση το Άγιο Όρος να στείλει μοναχούς και να ιδρυθεί ένα τουλάχιστον ή περισσότερα-αν ήταν δυνατόν-μοναστήρια στην Αμερική. Ο π. Ιωάννης έλεγε ότι χωρίς μοναχισμό και προβολή του ασκητικού πνεύματος της Ορθοδοξίας, η Ορθοδοξία στην Αμερική θα εκλείψει ή θα μεταβληθεί σε κάτι άλλο. Θα καταντήσει σαν τον παπισμό και σαν τον προτεσταντισμό, που έχουν καταργήσει κάθε νηστεία και ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από την άσκηση και τη νήψη ( πρβλ μοναχού Νικοδήμου Μπιλάλη, Όσιος Αθανάσιος Αθωνίτης, τόμος 1ος Άγιον Όρος Αθήναι 1975 σελ. 274-275 ).
Αυτό που ζητούσε ο π. Ιωάννης το 1960, και δυστυχώς το Άγιον Όρος δεν μπόρεσε να το ικανοποιήσει, το πραγματοποίησε ο Θεός δεκατέσσερα χρόνια μετά, ήσυχα και χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Το 1979 φθάνει στον Καναδά, για λόγους υγείας, ο ιερομόναχος π. Εφραίμ, ηγούμενος της Ι. Μ. Φιλοθέου του Άγίου Όρους, πνευματικό τέκνο του ησυχαστού Ιωσήφ, ο οποίος ανακαίνισε και επάνδρωσε με μοναχούς του, εκτός από την μονή του Φιλοθέου και τις μονές Καρακάλλου, Ξηροποτάμου και Κωσταμονίτου. Ήταν γνήσιος εκπρόσωπος της παλαιάς αγιορείτικης παραδόσεως και ο εκ των κυρίων παραγόντων της αναστηλώσεως και ανασυγκροτήσεως του αγιορειτικού μοναχισμού. Ο π. Εφραίμ, μόλις έφθασε στον Καναδά και άρχισε τις εξετάσεις στους γιατρούς συγχρόνως άρχισε να εξομολογεί να νουθετεί να διδάσκει τους αποδήμους Έλληνες που βρισκόταν εκεί. Η ποιμαντική του δράση, κατόπιν προσκλήσεων, από τον Καναδά εξαπλώθηκε στις Η.Π.Α. Έκτοτε οι επισκέψεις συνεχίσθηκαν και η ποιμαντική προσφορά του όλο και αυξανόταν. Τότε σιγά-σιγά άρχισε να καλλιεργείται η σκέψη να ιδρυθεί μοναστήρι στην Αμερική, ώστε ο ελληνισμός να έχει μία μόνιμη βάση ανεφοδιασμού. Πράγματι άρχισαν ενέργειες και ιδρύθηκαν στην αρχή δύο μοναστήρια, το ένα στο Μόντρεαλ του Καναδά και το άλλο στο Πίτσμπουρκ των Η.Π.Α. Το θεϊκό αυτό πείραμα είχε μεγάλη επιτυχία και συνεχίσθηκε με την ίδρυση και άλλων μοναστηριών, με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν 19 μοναστήρια και να δημιουργούνται άλλα δύο αυτή τη στιγμή. Και οι προτάσεις και οι δωρεές γαιών-και μάλιστα από ετεροδόξους και αλλοθρήσκους-συνεχίζονται και υπάρχει προοπτική ιδρύσεως και άλλων. Τελευταία ο π. Εφραίμ δέχθηκε πρόσκληση να ιδρύση μονή και σε άλλη ήπειρο. Ας ευχηθούμε και η πρόσκληση αυτή να πραγματοποιηθεί. Οι εκτάσεις που εκτείνονται τα μοναστήρια αυτά, είναι τεράστιες 400-1500 στρέμματα. Πρόσφατα Εβραία δώρισε 2.000 στρέμματα στο Νέο Μεξικό, για να ιδρυθεί καινούργιο μοναστήρι. Τα μοναστήρια είναι και ανδρικά και γυναικεία. Οι μοναχοί από την Ελλάδα είναι ελάχιστοι, η πλειονότητα των μοναχών αποτελείται από γηγενείς ορθοδόξους της Αμερικής διαφόρων εθνοτήτων και από προσηλύτους. Έχουν γίνει ορθόδοξοι, Μορμόνοι, Μουσουλμάνοι, Ινδοί, Εβραίοι, Παπικοί, Προτεστάντες. Η γλώσσα των ακολουθιών είναι η ελληνική χωρίς τα ελάχιστα αγγλικά και όλοι οι μοναχοί μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα και την βυζαντινή μουσική.
Ποιός είναι ο π. Εφραίμ πρώην ηγούμενος της Ι.Μ Φιλοθέου . - http://www.dailygreece.com/2007/04/post_133.php
Για την Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα, μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της Μονής: http://www.stanthonysmonastery.org/
Κλικάροντας στο map μπορείτε να δείτε και τα υπόλοιπα μοναστήρια του γέροντα Εφραίμ στην Αμερική και τον Καναδά. Δεν είναι σημειωμένη η υπό ίδρυση γυναικεία μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Αριζόνα.
Επιφυλλίδες του " Ορθοδόξου Τύπου" ( Αριθ. Φύλλου 1724 ημερ. 22/02/08 )
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|
Monday, October 15, 2007
 |
Category: Travel and Places
Faith And Science In Orthodox Gnosiology and Methodology
© George Metallinos
- Problem or pseudo-problem?
- Orthodox Gnosiology
- The two types of knowledge
- God-Man dialectic
- Transplantation of the Western Problem to the Orthodox East
[ BACK ]
A. Problem or pseudo-problem?
The antithesis and consequent collision between faith and science is a problem for western (Franco-Latin) thought and is a pseudo-problem for the Orthodox patristic tradition. This is based upon the historical data of these two regions.
The (supposed) dilemma of faith versus science appears in Western Europe in the 17th century with the simultaneous development of the positive sciences. About this same time we have the appearance of the first Orthodox positions on this issue. It is an important fact that these developments in the West are happening without the presence of Orthodoxy. In these recent centuries there has been a spiritual estrangement and differentiation between the [rational] West and the Orthodox East. This fact is outlined by the de-orthodoxiation and de-ecclesiastication of the western European world and the philosophication and legalization of faith and its eventual forming as a religion in the same area. Thus religion is the refutation of Orthodoxy and, according to Fr. John Romanides, the sickess of the human being. Therefore, Orthodoxy remained historically as a non-participant in the making of the present western European civilization, which is also a different size than the civilization of the Orthodox East.
The turning points in western Europeans course of alteration include: scholasticism (13th century), nominalism (14th century), humanism/renaissance (15th century), Reformation (16th century) and the Enlightenment (17th century). It is a series of revolutions and, at that same time, breaches in the structure of western European civilization, that was created by the dialectic of these two movements.
Scholasticism is supported on the adoption of the Platonic realia. Our world is conceived of as an image of the transcendent universalia (realism, archetype). The instrument of knowledge is the mind-intellect. Knowledge (including knowing God) is accomplished through the penetration of logic in the essence of beings. It is the foundation of metaphysic theology, which presupposes the Analogia Entis, the consequitive ontological relation between God and the world, the analogy between the created and uncreated. Nominalism accepts that the universalia are simple names and not beings as in realism. It is a struggle between Platonism and Aristotelian thought in European thought. However, nominalism turned out to be the DNA, in a way, of European civilization, whose essential elements are dualism philosophically and individualism (eudomenism) socially. Prosperity will become the basic quest of the western man, theologically based on the scholastic theology of the middle ages. Nominalism (that is dualism) is the foundation of scientific development of the western world, that is the development of the positive sciences.
The Orthodox East had had another spiritual evolution, under the guidance of its spiritual leaders the saints – and of those who followed them, the true believers--who remained loyal to the prophetic-apostolic-patristic tradition; this tradition stands at the opposite end of scholasticism and all the historic spiritual developments in the European word. In the East, hesychasm or prayer of the heart is dominant (and is the backbone of patristic tradition) it is expressed with the ascetically experienced participation in the Truth as communion with the Uncreated. The faith in the possibility of the joining of God and the world (the Uncreated and the created) within history is preserved in the Orthodox East. This, however, means the rejection of every form of dualism. Science, to the degree it developed in Byzantium/Romania, developed within this framework.
The scientific revolution in Western Europe of the 17th Century, contributed to the separation of the fields of faith and knowledge. It resulted in the following axiomatic principle: New (positive) philosophy only accepts truths which are verified through rational thought. It is the absolute authority of Western thinking. The truths of this new philosophy are the existence of God, soul, virtue, immortality, and judgment. Their acceptance, of course, can only take place in a theistic enlightenment, since we also find atheism as a structural element of modern thought. The ecclesiastical doctrines that are rejected by rationality are the Triune nature of God, the Incarnation, glorification, salvation, etc. This natural and logical religion, from the Orthodox viewpoint, not only differs from atheism but is much worse. Atheism is less dangerous than its distortion! [ BACK ]
B. Orthodox Gnosiology
It has been said that in the East the antithesis between faith and science is a pseudo-problem, Why? Because gnosiology in the East is defined by the object to be known which is twofold: the Uncreated and the created. Only the Holy Trinity is Uncreated. The universe (or universes) in which our existence is realized, is created. Faith is knowledge of the Uncreated, and science is knowledge of the created. Therefore, they are two different types of knowledge, each having its own method and tools of inquiry.
The believer, moving within the territory of supernatural, or knowledge of the Uncreated, is not called to learn something metaphysically or to accept something logically, but to experience God by being in communion with Him. This is accomplished by introducing him to a way of life or method which leads to divine knowledge.
It has been correctly stated that if Christianity were to appear for the first time in our era, it would have taken the form of a therapeutic institution, a hospital to reinstate and restore the function of man as a psychosomatic being. That is why Saint John Chrysostom calls the Church a spiritual hospital. Supernatural-theological knowledge is understood in Orthodoxy as pathos (experience of life), as participation and communion with the transcendent and not an unreachable personal truth of the Uncreated and certainly not a mere exercise in learning. Thus, the Christian faith is not the abstract contemplative adoption of metaphysical truths, it is rather, the experience of beholding True Being: the experience of the Supersubstantial (Superessential) Trinity.
This clearly expresses that in Orthodoxy, authority is found in experience. The experience of participating in the Uncreated, of seeing the Uncreated (as expressed by the terms and "theosis" and "glorification"), and is not based on texts or in the Scriptures. The tradition of the Church is not preserved within texts but in people. Texts help, but they are not the bearers of the Holy Tradition. Tradition is preserved by the Saints. Human beings are the bearers of the Gospel. The placing of texts above the actual experience of the Uncreated (an indication of the religionizing of faith) leads to their ideologization and in fact to their idolization. This in turn leads to the absolute authority of the text (fundamentalism) and all the well understood consequences.
The presupposition of the function of knowing the Uncreated, for Orthodoxy, is the rejection of every analogy (either Entis or Fide) in this relationship of the created and the Uncreated. St. John of Damascus summarizes this previously extant patristic tradition in the following manner: It is impossible to find, in creation, an icon that would reveal the way of existence of the Holy Trinity. Because, how could it be possible for the created, which is complex and changeable and describable, which has shape and is perishable, to clearly reveal Superessential Divine Essence, which is free of all these categories? (P.G. 94,821/21).
Therefore, it now becomes apparent why school education and philosophy more specifically, according to the patristic tradition, are not presuppositions for knowledge of God (theognosia). Alongside the great academic St. Basil the Great (+379) we also give honor to St. Anthony (+350), who by wordly standards was not wise. Yet they are both teachers of the faith. Both witness to knowledge of God, St. Anthony as someone uneducated and St. Basil as someone who was more highly educated than Aristotle. St. Augustine (+430) differs (something that the West would find very painful, if they knew about it) from patristic tradition at this point when he ignores scriptural and patristic gnosiology and is in essence a Neo-platonist! With his axiom credo ut intelligam (I believe in order to understand) he introduced the principle that man is lead to a logical conception of Revelation through faith. This gives priority to the intellect (the mind), which is considered by this form of knowledge to be the instrument or tool of knowing both the natural as well as the supernatural. God is considered as a knowable object that can be conceived of by the human intellect (mind) just as any natural object can be conceived of. After St. Augustine the next step in this evolution (with the intervention of the scholasticism of Thomas Aquinas+1274) will be made by Decartes (+1650) with his axiom cogito, ergo sum (I think therefore I am) in which the intellect (mind) is declared as the main basis of existence. [ BACK ]
C. The two types of knowledge
It is the Orthodox Tradition that puts and end to this theoretical collision within the field of gnosiology. It does so by differentiating the two types of knowledge and of wisdom:
- divine or that which "from above" and
- secular (thyrathen) or lower.
The first knowledge is supernatural and the second is natural. This corresponds to the clear distinction between the Uncreated and the created, between God and creation. These two types of learning require two methods of learning. The method of divine wisdom-knowledge is the communion of man with the Uncreated through the heart. It is accomplished through the presence of the Uncreated energy of God in man's heart. The method of secular wisdom-knowledge is science, it is accomplished by exercising the intellectual/ logical power of man. Orthodoxy establishes a clear hierarchy in the two types of knowledge and their methods.
The method of supernatural gnosiology, in the Orthodox Tradition, is called hesychasm and is identified with watchfulness and purification (nepsis and katharsis) of the heart. Hesychasm is identified with Orthodoxy. Orthodoxy, patristically speaking, is inconceivable outside its hesychastic practice. Hesychasm in its essence, is the ascetic-curative practice of cleansing the heart of passions to rekindle the noetic faculty within the heart. It must be noted at this point, that the method of hesychasm as a curative practice is also scientific and practical. Therefore, theology, under proper conditions, belongs to the practical sciences. Theology's academic classification among the theoretical sciences or arts began in the 12th century in the west and is due to the shift of theology into metaphysics. Therefore, those in the East who condemn our own theology, demonstrate their Westernization, since they, essentially, condemn and reject a disfigured caricature of what they regard as theology. But what is the noetic function? In the Holy Scriptures there is, already, the distinction between the spirit of man (his nous) and the intellect (the logos or mind). The spirit of man in patristics is called nous to distinguish it from the Holy Spirit. The spirit, the nous, is the eye of the soul (see Matt. 6:226).
..ot; width=20 border=0>The noetic faculty is called the function of the nous within the heart and is the spiritual function of the heart, its parallel function is the heart as the organ that pumps the blood throughout our bodies. This noetic faculty is a mnemonic system that exists with the brain cells. These two are known and are detectab1e from human science, which science cannot, however, conceive of the nous. When man attains illumination by the Holy Spirit and becomes the temple of God, self-love changes to unconditional love and it then becomes possible to buiId real social relations supported upon this unconditional reciprocity (a willingness to sacrifice for our fellow man) rather than a self- interested claim of individual rights according to the spirit of western European society.
Thus some important consequences are understood: First, that Christianity in its authenticity is the transcendence of religion and a conception of the Church as merely an institution of rules and duties. Furthermore, Orthodoxy cannot be conceived as an adoption of some principles or truths, imposed upon from above. This is the non-Orthodox version of doctrines (absolute principles, imposed truths). Conceptions and meanings in Orthodoxy are examined through their empirical verification. The dialectical-intellectual style of thinking about theology, as well as dogmatizing, are alien to authentic Orthodox Tradition.
The scientist and professor of the knowledge of the Uncreated, in the Orthodox Tradition, is the Geron/Starets (the Elder or Spiritual Father), the guide or "teacher of the desert". The recording of both types of know1edge presupposes empirica1 knowledge of the phenomenon.
The same holds true in the field of science, where only the specialist understands the research of other scientists of the same field. The adoption of conclusions or findings of a scientific branch by non-specialists (i.e. those who are unable to experimentally examine the research of the specialists) is based on the trust of the specialists credibility. Otherwise, there would be no scientific progress.
The same holds true for the science of faith. The empirical knowledge of the Saints, Prophets, Apostles, Fathers and Mothers of all ages is adopted and founded upon the same trust. The patristic tradition and the Church's Councils function on this provable experience. There is no Ecumenical Council without the presence of the glorified/deified (theoumenoi), those who see the divine (this is the problem of the councils of today!) Orthodox doctrine results from this relationship.
Therefore, Orthodox faith is as dogmatic as science is. Those who speak of bias in the filed of faith, must not forget the words of Marc Bloch, that all scientific research is biased from the beginning, otherwise research could not have been possible. The same holds true of faith. Orthodoxy, makes a distinction between the two types of knowledge (and wisdom), and their methods and tools, thus, avoiding any confusion between them as well as any conflict. The road remains open to confusion and conflict only where the conditions and essence of Christianity are lost. However, in the Orthodox environment, some illogical analogies exist. Such as the possibility of having someone who excels in science, yet with regard to divine knowledge is a child spiritually; and vice-versa, someone who is great in divine knowledge and completely illiterate in human wisdom as the aforementioned St. Anthony the Great. Nothing, however, precludes the possibility of possessing both types of wisdom/knowledge, as is the case of the Great Fathers and Mothers of the Church. This is exactly what the Church hymns for the 3rd century mathematician Saint Catherine the Wise as possessing both types of knowledge: The martyr having received God's wisdom since childhood, learned all secular wisdom well... [ BACK ]
D. God-Man dialectic
Thus the Orthodox believer experiences in the correlation of the two knowledge-wisdoms a God-man dialectic. And to use the Christological terminology, every knowledge must stay put and move within its limits. The problem of the limits of each kind of knowledge is put thus: The surpassing of those limits leads to the confusion of their functions and finally to their conflict. According to the above, the Holy Fathers defended the correct use of science and education. Saint Gregory the Theologian states: "Education should not be dishonored." The same Father in his second theological Oration also sets the limits of both kinds of wisdom. Saint Gregory says that the ancient sage (Plato in Timaeus) said: "It is difficult to know God and impossible to express Him [verbally]." However the same Greek yet Christian St. Gregory understands that it is impossible to express (describe) God with words, moreover it is absolutely impossible to understand Him! That is, Plato has already pointed out the limits of human reason and it is important to add that there is no rationalism in the ancient Greek philosophy. Saint Gregory also demonstrates the impossibility of surpassing those limits and the conception of the Uncreated by means of the knowledge of the created.
The distinction and simultaneous hierarchy of the two kinds of knowledge have been pointed out by Saint Basil the Great when he states that faith must prevail in words concerning God and the proofs made by reason. That faith originates from the action and energy of the Holy Spirit. Faith for St. Basil is the illumination of the Holy Spirit in the heart. (P.G. 30,104B-105B). He also gives a classic example of the Orthodox use of scientific knowledge in his Hexameron (P.G. 29, 3-208). He repudiates the cosmological theories of the philosophers on the eternity and self-existence of the world and proceeds to the synthesis of biblical and scientific facts, through which he surpasses science. Furthermore, by rejecting materialistic and heretical teachings, he gets to the theological (but not metaphysical) interpretation of the nature of creation. The central message of this work is, that the logical support of dogma is impossible based only on science. Dogma belongs to another sphere. It is above reason and science, yet within the limits of another knowledge. The use of dogma with wordly knowledge leads to the transformation of science into metaphysics. Whereas the use of reason in the domain of faith proves its weakness and relativity. Therefore, there is no belief that is not searched in Orthodox gnosiology, but each field is searched with its own criteria: Science with its presuppositions and Divine Knowledge with its presuppositions.
The most tragic expression of the alienated Christian body is the ecclesiastica1 attitude in the West towards Galileo. The case could be characterized as surpassing the limits of jurisdiction. But it is much more serious, it is the confusion of the limits of knowledge and their conflict. It is a fact that this loss of the wisdom from above in the West and the way of achieving it have caused the intellect (mind) to be used as a tool of not only human wisdom, but of Divine Wisdom too. The use of the intellect in the field of science leads unavoidably to the rejection of the supernatural as incomprehensible, and its use in the field of faith can lead to the rejection of science when it is considered to be in conflict with faith. This same way of thinking and the same loss of criteria is also betrayed by the rejection of the Copernican system in the East (1774-1821). Science, in turn, takes its revenge for the condemnation of Galilee by the Roman Church, in the person of Darwin, with his theory of evolution. [ BACK ]
E. Transplantation of the Western Problem to the Orthodox East
The European Enlightenment consisted of a struggle between physical empiricism and the metaphysics of Aristotle. The Enlighteners are philosophers and rationalists as well. The Greek Enlighteners, with Adamantios Korais as their patriarch, were metaphysical in their theology and it was they who transported the conflict between empiricists and metaphysicists to Greece. However, the Orthodox monks of Mount Athos, the Kollyvades and other Hesychast Fathers remained empiricists in their theological method. The introduction of metaphysics in our popular and academic theology is due, principally, to Korais. For this reason Korais became the authority for our academic theologians, as well as for the popular moral movements. This means that the purification of the heart has ceased to be considered as a presupposition of theology and its place has been taken by scholastic education. the same problem appeared in Russia at the time of Peter the Great (17-18th century). Thus the Fathers are considered to be philosophers (principally Neo-platonists like St. Augustine) and social workers. This has become the prototype of the pietists in Greece. Furthermore, Hesychasm is rejected as obscurantism. The so-called progressive ideas of Korais comprise from the fact that he was a supporter of the Calvinistic and not the Roman Catholic use of metaphysics, and his theological works are intense in this Calvinistic pietism (moralism).
However, for the Fathers,Orthodoxy is anti-metaphysical, as it continually searches empirical certainty, by means of the hesychastic method. This is why the hesychasm of the Kollyvades is empirical and scientific. Ratio according to Saint Nicodemus the Hagiorite is empirical. This is illustrated by the Hesychasts of the 18th century in the way in which they accept the scientific progress of the West. The Kollyvades acknowledged scientific viewpoints like, for example, Saint Nicodemos the Hagiorite did in his work, Symbouletikon, where he accepts the latest theories of his time on the functioning of the heart. Saint Athansios Parios does not fight science itself, but its use by the Westernized Enlighteners of the Greek nation. They regarded science as God's work and as an offering for the improvement of life. But the use of science in a metaphysical struggle against faith, as was practised in the West, and as was transferred to the East, is opposed quite rightly by the traditional theologians of the 18th and 19th century. The mistakes lies on the side of the Greek Enlighteners who, without having any relationship with the patristic viewpoint of knowledge, although they themselves were priests and monks, transferred the European conflict of metaphysicists and empiricists to Greece, talking about irrational religion. Whereas, the Fathers of Orthodoxy, discriminating between the two kinds of knowledge making a distinction at the same time between the rational from the super-rational.
The problem of conflict between faith and science, apart from the confusion of knowledge, has caused the idoloziation of the two kinds of knowledge. Thus, a weak and morbid apologetic has resulted in Christianity (e.g. a Greek professor of Apologetics many years ago produced a mathematical proof of the existence of God !). In Orthodoxy, however, this dualism is not self-evident. Nothing excludes the co-existence of faith and science when faith is not imaginary metaphysics and science does not falsify its positive character with the use of metaphysics. The mutual understanding of science and faith is helped by current scientific language.
The principle of indetermination (that there is no causality) is a kind of apophatism in science. The return to the Fathers therefore, helps to overcome the conflict. The acceptance of the limits of the two kinds of knowledge (Uncreated and created) and the use of the suitable organ or tool for each one, is the element of Orthodoxy and of the Fathers which places earthly wisdom under higher or divine knowledge.
In contrast, the confusion of the two types of knowledge in Western thought promotes their mutual misinterpretations and continues and fosters their conflict. A Church which persists in metaphysical theology, will always be obliged to beg Galileo's pardon. But a Science that also ignores its limits, will deteriorate into metaphysics and will either deal with the existence of God (which is not its responsibility) or reject God completely.
Powered by  | | English | | Albanian | | Arabic | | Bulgarian | | Catalan | | Chinese | | Croatian | | Czech | | Danish | | Dutch | | Estonian | | Filipino | | Finnish | | French | | Galician | | German | | Greek | | Hebrew | | Hindi | | Hungarian | | Indonesian | | Italian | | Japanese | | Korean | | Latvian | | Lithuanian | | Maltese | | Norwegian | | Polish | | Portuguese | | Romanian | | Russian | | Serbian | | Slovak | | Slovenian | | Spanish | | Swedish | | Thai | | Turkish | | Ukrainian | | Vietnamese |
|
|
|
|