Στα μονοπάτια των Κυκλάδων
(Αμοργός, Μεγάλη βδομάδα του 2009)
Τα νησιά των Κυκλάδων μού θυμίζουν πλανήτες στο διάστημα. Είναι κι αυτά μικροί, ξεχωριστοί, αυτόνομοι κόσμοι σκορπισμένοι στο πέλαγος, όπως οι πλανήτες είναι σκορπισμένοι στον ουρανό. Θυμάμαι στην τηλεοπτική σειρά Star Treck, πόσο μού άρεσε όταν έδειχνε το Enterprise να ταξιδεύει ανάμεσα στους πλανήτες. Την αγωνία, όταν το διαστημόπλοιο πλησίαζε κάθε καινούργιο πλανήτη που εμφανιζόταν στην μεγάλη οθόνη του κυβερνείου. Την νοσταλγία όταν ο πλανήτης μίκραινε και απομακρυνόταν, καθώς το διαστημόπλοιο συνέχιζε το ταξίδι του στο διάστημα.
Έτσι κάπως πλέουν και τα καράβια ανάμεσα στα νησιά. Από τα καταστρώματά τους βλέπεις τα σχήματα των νησιώτικων ορεινών όγκων, τις βουνοκορφές, τα φαράγγια, τους ανοιγμένους δρόμους, τα μονοπάτια, τα χτίσματα, τα λιμάνια, να πλησιάζουν και να μεγαλώνουν ή να απομακρύνονται και να μικραίνουν μέχρι που χάνονται στον ορίζοντα. Κι από το κάθε νησί βλέπεις συνήθως στον ορίζοντα τα απέναντι νησιά, όπως και από τη γη βλέπεις το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.
Μου μοιάζουν λοιπόν οι Κυκλάδες σαν ένας μικρός γαλαξίας που πλέει με τους πλανήτες του μέσα στους μεγατόνους του αλμυρού νερού. Απάνω του συμπλέουν γοητευμένοι οι ταξιδευτές, οι πεζοπόροι, οι περιηγητές, οι εραστές των νησιών. Μαγνητισμένοι πότε από το ένα, πότε από το άλλο νησί, αλλάζουν λιμάνια και αραξοβόλια, κολλάνε για χρόνια σε ερημικές καβάτζες, περιπλανιόνται σε άγνωστα και γνωστά μονοπάτια και διαδρομές. Γι’ αυτά τα τελευταία θέλω να γράψω.
Μ’ αρέσει όταν απ’ την κορφή του ενός νησιού, βλέπεις απέναντι και αναγνωρίζεις τις κορυφές και τα σημεία των άλλων νησιών στα οποία έχεις βρεθεί παλιότερα. Και το ανάποδο. Θυμάσαι την στιγμή όταν από κείνα τα σημεία αγνάντευες αυτήν εδώ τη κορυφή στην οποία βρίσκεσαι και έλεγες, εκεί θέλω να πάω κάποτε. Φανταστικά τρίγωνα, τετράγωνα και όλων των ειδών τα γεωμετρικά σχήματα σχηματίζονται ανάμεσα στα διάφορα σημεία των Κυκλάδων όπου έχεις βρεθεί και περπατήσει. Μοιάζει με χαρτογράφηση της ζωής σου. Κάπως σαν τις γραμμές του αστρολογικού σου χάρτη. Όμως ξέφυγα… Και αυτό εδώ το κείμενο το άρχισα για να γράψω μονάχα για τα μονοπάτια των νησιών. Μονάχα;
Οι Αμπορίτζιναλ της Αυστραλίας περιγράφανε τα μονοπάτια τους με μακριά, τραγούδια, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, όπως γράφει ο Μπρους Τσάτουιν. Μακάρι να μπορούσα να χορέσω τις δικές μου εντυπώσεις και περιγραφές σε ένα τραγούδι. Δεν γίνεται. Σε μια λέξη; Διαλογισμός ίσως;
Σε διαλογιστική πάντως κατάσταση βρισκόταν ο βοσκός που συναντήσαμε προχτές στους ανεμόμυλους πάνω από την Λαγκάδα. Με τον δυνατό άνεμο να σφυρίζει και τα βαριά γκρι σύννεφα να καλύπτουν κάθε τόσο την κορυφή του απόκρημνου διάσελου, εκείνος στεκόταν όρθιος, ακουμπισμένος ελαφρά σε μια πεζούλα και αγνάντευε για πολύ ώρα τη θάλασσα και τον ορίζοντα απτόητος και καθόλου ενοχλημένος από τα στοιχειά της φύσης που πάλευαν γύρω του. Γύρισε και μας κοίταξε και το βλέμμα του άστραψε σαν σαΐτα, σαν αστρίτης. Καθαρό και διαπεραστικό, μαθημένο να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα και να παρατηρεί κάθε μικρή λεπτομέρεια του τοπίου αλλά συγχρόνως και ολόκληρο το απέραντο εύρος του ορίζοντα.
Αυτό το βλέμμα το έχω συναντήσει και σε άλλους ανθρώπους. Σε θαλασσοδαρμένους καϊκτσήδες, σε πιλότους που οδηγούν μικρά ελικοφόρα αεροπλάνα, σε μοτοσικλετιστές μεγάλων αποστάσεων, σε ορεσίβιους βοσκούς, σε ορειβάτες και αναρριχητές, στους Βεδουίνους της ερήμου, στους Θιβετιάνους, στους τσιγγάνους. Γενικά σε όσους έχουν μεγαλώσει ή πορευτεί για καιρό σε ανοιχτά και απροστάτευτα φυσικά τοπία και τοποθεσίες και σε συνθήκες που για να επιβιώσεις επιβάλουν την μόνιμη εγρήγορση και τον απόλυτο έλεγχο όσων συμβαίνουν γύρω σου ανά πάσα στιγμή. Αυτό το βλέμμα το αποκτάς και το αναγνωρίζεις και στον καθρέφτη σου, όταν επιστρέφεις σπίτι μετά από κάμποσες μέρες που έχεις περάσει χύμα πλάι στη θάλασσα, μετά από νύχτες κάτω απ’ τα αστέρια, μετά από περπατήματα σε διάσελα και βουνοκορφές, μετά από πολύωρο αγνάντεμα των ανοιχτών γραμμών των οριζόντων.
Όσο πιο πλατύς είναι ο ορίζοντας που αγναντεύεις, τόσο πιο πολύ πλαταίνει και οξύνεται το βλέμμα. Και κατά συνέπια, όπως τουλάχιστον πιστεύω, πλαταίνει και οξύνεται και ο νους. Η γιόγκα μού έχει μάθει ότι κάθε ποιότητα που ασκούμε συστηματικά σε ένα μέρος του εαυτού μας, έρχεται κάποια στιγμή που εγκαθίσταται σε ολόκληρο το είναι μας. Η πλατιά οπτική γωνία πλαταίνει και το μυαλό. Και το αντίθετο. Όταν παρακολουθείς για ώρες τηλεόραση το μυαλό στενεύει και ίσως όχι μόνο από τις βλακείες που παρακολουθεί. Νομίζω πως η επικέντρωση και μόνο του βλέμματος σε συγκεκριμένες διαστάσεις για πολλές ώρες, λειτουργεί σαν τις παρωπίδες. Φοράνε τις παρωπίδες στα άλογα για να τα καθυποτάξουν. Και τα σκοτώνουν όταν γερνάνε.
Όπως πάνω, έτσι και κάτω, λένε όλες σχεδόν οι μυστικές παραδόσεις. Τα μονοπάτια στο δείχνουν αυτό με τον τρόπο τους. Όταν φτάνεις στα ψηλά σημεία μιας διαδρομής αντικρίζεις ξαφνικά όλο το μεγαλείο της πλάσης γύρω σου. Μπαίνεις σε μια εκστατική μεταφυσική διάθεση. Ουρανός, θάλασσα, ορίζοντας με μωβ νησιά, βραχονησίδες και πατιθράκια απλωμένα στο πέλαγος. Σμήνη πουλιών, σαν γκρι φαντάσματα που αλλάζουν σχήμα καθώς πετούν στον αέρα. Κορυφογραμμές μέσα στα σύννεφα, φαράγγια, οροπέδια. Μακρινά μοναστήρια και εκκλησάκια, άσπρες κουκίδες. Πέτρινα αλώνια και εγκαταλειμμένες αγροικίες, σαν προϊστορικοί οικισμοί. Μισογκρεμισμένοι μύλοι. Μακριές πεζούλες που σχίζουν κάθετα και οριζόντια τις πλαγιές των βουνών. Ρήγματα και ρέματα, χαλικάδες, χωματερές που καπνίζουν, σπηλιές που χάσκουν, πηγές νερών.
Πως γίνανε όλα αυτά; Από τι είναι φτιαγμένα; Πόσους αιώνες στέκουν έτσι όπως τα βλέπεις και πως ήταν πριν; Εκεί που είναι η θάλασσα κάποτε ήταν στεριά και το ανάποδο. Όλα είναι ζωντανά άλλωστε. Η γη αναπνέει και κουνιέται με τους δικούς της ρυθμούς. Τους ρυθμούς αυτούς μαθαίνεις να τους αναγνωρίζεις και να τους σέβεσαι, βαδίζοντας στα μονοπάτια.
Όμως οι πέτρες, τα θυμάρια και τα μικρά εμπόδια στα πόδια, δεν σού επιτρέπουν να κοιτάς για πολύ ώρα ψηλά και τριγύρω. Ιδίως αν βρίσκεσαι στην άκρη ενός γκρεμού, πρέπει κάθε στιγμή να προσέχεις που πατάς, να βλέπεις τι βρίσκεται κάτω από τα πέλματά σου. Το κάθε βήμα απαιτεί προσοχή και συγκέντρωση. Διαλέγεις και δοκιμάζεις την κάθε πέτρα. Κι έτσι όπως κοιτάς το έδαφος, ένας απέραντος πλουμιστός μικρόκοσμος εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου και σου τραβάει και πάλι την προσοχή. Η ποικιλία και η ομορφιά του, σού προξενούν την ίδια έκσταση που σού προξένησε και η μεγάλη θέα του μακρινού τοπίου.
Σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο γης βρίσκονται τόσα στοιχεία, όσα και σε ένα απέραντο σύμπαν. Χορτάρια, βοτάνια και αγριολούλουδα κάθε λογής. Ξύλα και ρίζες. Πέτρες και χώμα που οι απειροελάχιστοι κόκκοι του περιέχουν όλα τα πετρώματα των γύρω βουνών. Καβαλίνες ζώων. Μυρμήγκια, αράχνες, ζουζούνια όλων των ειδών, των μεγεθών και των χρωμάτων, σαύρες, φίδια, σαρανταποδαρούσες. Κόκαλα νεκρών ζώων, μαλλιά κουρεμένων αρνιών. Φωλιές άγριων πουλιών. Μύκητες, βρύα, λειχήνες, μανιτάρια. Λιλιπούτειες αχιβάδες όλων των ειδών γεννημένες από την υγρασία της θάλασσας και σκαλωμένες στα βράχια. Και όλα αυτά μαζί σκαλωμένα στη ζωή, στην επιβίωση και στην αέναη αναπαραγωγή του είδους τους. Είναι απίστευτο το πόσα πράγματα διακρίνεις στον μικρόκοσμο του εδάφους, όταν βαδίζεις στη φύση. Δεν σε αφήνουν να βαρεθείς. Κάθε βήμα φέρνει και ένα φλασάκι σοφίας. Κάθε στροφή και μία καινούργια συνάντηση, έναν καινούργιο ερεθισμό των αισθήσεων.
Ο άνεμος εδώ γύρισε. Έγινε στεριανός. Ή έγινε θαλασσινός, νιώθεις την αλμύρα του. Εδώ κρύωσε. Εκεί ζέστανε. Εδώ είναι υγρός. Κάπου κοντά θα ‘χει νερό. Οι μυρουδιές γίνονται πιο έντονες με την υγρασία. Όμως και ο στεγνός άνεμος σου φέρνει στα ρουθούνια μεθυστικά χαρμάνια των ξεραμένων βοτάνων Το κάθε βοτάνι μυρίζει αλλιώς όταν το πόδι σου σκοντάφτει επάνω του. Κάποια φυτά σε χαϊδεύουν. Άλλα σε τσιμπούν. Κάποια τρώγονται. Πόσο θα ήθελα να ήξερα ποια τρώγονται και ποια όχι. Μα δεν είναι δύσκολο τελικά να τα ξεχωρίσεις. Δοκιμάζεις τις άκρες από τα πιο βελούδινα. Τρώγεται. Ενώ κάποιο άλλο αγκαθωτό, σού φωνάζει, μην τολμήσεις να με πλησιάσεις. Το άλλο, πάρα πέρα, με τα ψυχεδελικά χρώματα και σχέδια, σού λέει, αν με φας θα την ακούσεις, μπορεί καλά, μπορεί και πολύ άσχημα. Μήπως τα ζώα, δεν την έχουν αυτή τη γνώση; Γιατί όχι κι εμείς;
Αξιοσημείωτες οι συναντήσεις με τα διάφορα ζώα στα μονοπάτια. Αγριοκάτσικα και τράγοι που βελάζουν σε όλους τους τόνους. Ακόμα καλύτερα όταν ακούγονται σε φαράγγια με αντίλαλους. Αυτά τα βελάσματα φαίνεται πως μιμήθηκαν οι άνθρωποι και βγήκαν όλες εκείνες οι πολυφωνικές παραδοσιακές χορωδίες με τις τραγίσιες αρμονίες τους, που σού σηκώνεται η τρίχα να τις ακούς. Είναι και τα κουδούνια των αιγών και των προβάτων. Οι βοσκοί τα διαλέγουν λέει ώστε να ηχούν αρμονικά μεταξύ τους. Δεν έχουν πάει στο ωδείο. Η φύση τους έχει μάθει την αρμονία των ήχων. Τα κουδούνια των κοπαδιών είναι από τις ωραιότερες μουσικές που έχω ακούσει. Είναι το σάουντ-τρακ των μονοπατιών.
Κάτω απ’ όλα αυτά, σαν χαλί, υποτονθορίζει ακατάπαυτα το βυζαντινό ίσο, τραγουδισμένο από όλα τα πετούμενα έντομα. Χρυσόμυγες, μέλισσες, σφήγκες, μπάμπουρες, ψέλνουν το ωμ της φύσης. Σταματάς κάθε τόσο να το ακούσεις. Οι λαλιές και τα τιτιβίσματα των πουλιών παρεμβαίνουν και σε επαναφέρουν στην «πραγματικότητα». Γλάροι, κορμοράνοι, γεράκια, πετρίτες, σουσουράδες, σπουργίτια, χελιδόνια, καρδερίνες, τσαλαπετεινοί, αλκυόνες. Κι ακόμα, λαγοί, κουνέλια, αλεπούδες, ασβοί, σκαντζόχοιροι, ταύροι και αγελάδες, μουλάρια και γαϊδούρια, σκυλιά.
Κάθε ζώο που συναντάς έχει και την συμπεριφορά του και τους τρόπους του. Άλλα σε φοβούνται, άλλα σε πλησιάζουν, άλλα σε κοιτάν με περιέργεια, άλλα σού ζητιανεύουν. Τα κατσίκια είναι περίεργα. Οι αγελάδες υπομονετικές. Οι ταύροι νευρικοί. Τα μουλάρια περπατάνε λέει στην άκρη άκρη του κάθε μονοπατιού, όμως ποτέ δεν πέφτουν. Τα γαϊδούρια έχουν την πιο εντυπωσιακή φωνή. Τα φίδια είναι τηλεπαθητικά. Ακριβώς πριν τα δεις έχεις κάποιο προαίσθημα, λες και σε ειδοποιούν. Τα σκυλιά με τρομάζουν. Όταν ακούω τσοπανόσκυλα να γαυγίζουν σε κάποιο ερημικό μονοπάτι αυτοσυγκεντρώνομαι και προσπαθώ να συγκρατήσω την έκκριση αδρεναλίνης και να προχωρήσω προς το μέρος τους με ψυχραιμία. Άλλες φορές τους μιλάω μαλακά και χαϊδευτικά για να εξετάσω τις διαθέσεις τους, να τα κατευνάσω και κατόπιν περνώ. Κανά δυο φορές έκανα μεταβολή και το έβαλα στα πόδια…
Ο φόβος σου κλείνει πότε πότε το μάτι όταν περπατάς στα μονοπάτια. Ο φόβος είναι ένα βήμα πλάι απ’ το δέος και το δέος κυριαρχεί συνήθως σε αυτά τα περπατήματα. Από μικρή δεν τον συμπαθούσα καθόλου τον φόβο. Όμως η γιόγκα και πάλι, με έμαθε, ότι οι χαζές παλικαριές πληρώνονται. Είναι μια άσκηση κι αυτό, να μπορείς να αναγνωρίζεις μέσα σου ποιος φόβος είναι παράλογος και ποιος είναι ίσως απλά προστατευτικός. Ο φόβος φυλά τα έρημα, λέγανε οι παλιοί. Μαθαίνεις λοιπόν στα μονοπάτια να σέβεσαι τις δυσκολίες και να τις ζυγίζεις. Να ξεπερνάς εκείνες που σού φαίνονται ξεπεράσιμες, να σταματάς μπροστά σε εκείνες που το ένστικτό σου σού λέει να αποφύγεις.
Και μετά είναι ο στόχος. Θυμάμαι τον καθηγητή φιλοσοφίας και φίλο μου Ιάσωνα Ξενάκη, μια ιδιοφυία που αυτοκτόνησε στα πενήντα δύο του χρόνια, τον θυμάμαι λοιπόν να μού λέει, ότι στη ζωή είναι καλό να βάζουμε κάθε τόσο μικρούς προσπελάσιμους στόχους. ¨Όχι τίποτα μεγάλους στόχους από κείνους που σε μεταλλάσσουν σε νευρόσπαστο και σε κάνουν τελικά να μην την χαρείς τη ζωή σου (εκείνος την χάρηκε πάντως την δική του). Στόχους μικρούς, να σε κρατάνε σε φόρμα και να σου δίνουν χαρά όταν τους κατακτάς.
Περπατώντας στα μονοπάτια κατάλαβα καλύτερα εκείνο που μού έλεγε ο Ξενάκης. Κάθε κορφή είναι και ένας μικρός στόχος. Εύκολος ή δύσκολος, όμως προσπελάσιμος. Μπορεί να κοπιάζεις, πότε πότε να βαρυγκωμάς. Ο άνεμος να σε ζαλίζει, η ζέστη ή το κρύο, ο δυνατός ήλιος ή η βροχή, το βαρύ σακίδιο στη πλάτη σου, τα ακατάλληλα παπούτσια σου που πάλι βαρέθηκες να πας να αγοράσεις καινούρια Όμως ο προορισμός σου είναι εκεί απέναντι και σε φωνάζει. Και η χαρά όταν φτάνεις είναι εκστατική. Ίσως να φταίει και το οξυγόνο. Ή οι κρύσταλλοι από τους οποίους είναι λέει φτιαγμένο αυτό εδώ το νησί που βρίσκομαι τώρα που τα σκέφτομαι όλα αυτά.
Μου το είπε η Σουηδέζα που συναντήσαμε πριν λίγο στην στροφή πριν τον Σταυρό. Χαιρετιστήκαμε και σταματήσαμε να ξαποστάσουμε στο ερημικό πανέμορφο εκείνο σημείο του μονοπατιού. Έβγαλα και της έδειξα τις γυαλιστερές, σχεδόν διαφανείς πέτρες που είχα μαζέψει. Είναι κρύσταλλοι, μού είπε, όλο το νησί αποτελείται από τέτοια εδάφη. Είναι φορές που με εκνευρίζουν όλα αυτά τα new age κολλήματα με τις «ενέργειες» και τους κρυστάλλους. Όσο τα πιστεύω, άλλο τόσο αντιδρώ σε αυτό το overdose των διαφόρων επιπόλαιων θεωριών που διασπείρονται. Πήγα να της πω ότι το νησί αυτό εδώ, στου οποίου το μονοπάτι διασταυρωθήκαμε, αποτελείται εμφανέστατα από σχιστολιθικά πετρώματα. Όμως ήταν τόσο συμπαθής η Σουηδέζα πεζοπόρος, σκέφτηκα να μην της την «χαλάσω». Μπορεί άλλωστε και να ήξερε κάτι παραπάνω. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα.
Τέτοιες ακριβώς κρυστάλλινες πέτρες είχα μαζέψει στην Vale da Lua της Βραζιλίας το 2005. Και για κείνο το μέρος, όπως και για αυτό εδώ το νησί, υπάρχει η φήμη ότι είναι τόπος με πολύ δυνατή ενέργεια, επειδή το έδαφος και εκεί είναι λέει καμωμένο από κρυστάλλους. Το είπα στην Σουηδέζα και ενθουσιάστηκε. Με ρώτησε λεπτομέρειες για το που ακριβώς βρίσκεται η Vale da Lua. Της εξήγησα. Μπορεί τώρα και να θέλει να πάει εκεί…
Πιάσαμε την κουβέντα για διάφορα τέτοια θέματα καθισμένες στα βραχάκια στην άκρη του γκρεμού, πεντακόσια μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει, τα χρώματα αλλάζανε. Απέναντι άρχισαν να φαίνονται καθαρά η Ανάφη και η Αστυπάλαια. Της έδειξα τα μέρη στα οποία θα άξιζε να πάει, πριν επιχειρήσει την Vale da Lua της μακρινής Βραζιλίας. Τη Καλαμιώτισσα πάνω στο γρανιτένιο βράχο της Ανάφης. Το φαράγγι του Αη Γιάννη στην Αστροπαλιά. Τον Προφήτη Ηλία πάνω στο τριγωνάκι που εξείχε πλαγιαστά, πίσω από την κορυφογραμμή που φτάνει ως την Χώρα. Ανταλλάξαμε πληροφορίες για διάφορα άλλα μονοπάτια, για άλλα νησιά. Αποχαιρετιστήκαμε σαν φίλες ετών. Στα μονοπάτια και στις ερημιές έχω βρει και έχω αποκτήσει τους καλύτερους φίλους. Έχω κάνει τις πιο αναπάντεχες, τις πιο «αξιοσημείωτες» συναντήσεις. Τις πιο ενδιαφέρουσες κουβέντες.
Μίλαγα όμως για τον κόπο και τον κάματο και για την χαρά να τα ξεπερνάς και να φτάνεις τελικά ως το σημείο που είχες βάλει στόχο. Είναι και αυτό κάτι που σου χαρίζει ποιότητες που σε εμποτίζουν θετικά. Πεζοπορώντας στα μονοπάτια μαθαίνεις να εκτιμάς και να χαίρεσαι την διαδρομή αυτή καθαυτή. Άποψη επίσης πολύ χρήσιμη στη ζωή γενικότερα. Κι ακόμα, με το περπάτημα προς κάποιον συγκεκριμένο προορισμό, ασκείται η υπομονή και η επιμονή. Θα κουραστείς διπλά, αν αρχίσεις να μετράς κάθε τόσο πόσα χιλιόμετρα έκανες και πόσα ακόμα σου μένουν, μια και ως γνωστόν, όλα είναι στο μυαλό. Και τέλος, αν κάποια στιγμή κουρασμένος ή απογοητευμένος πεις, ας το, δεν πάω, είναι σίγουρο ότι αργότερα θα σε δηλητηριάσει το δυσάρεστο αίσθημα της απογοήτευσης. Όλες αυτές οι σκέψεις, όλα αυτά τα συμπεράσματα είναι πράγματα που εφαρμόζονται και στη ζωή γενικότερα. Αυτή είναι η σοφία των μονοπατιών.
Τα μονοπάτια είναι λαξευμένα και χτισμένα με μεγάλη σοφία και οικονομία. Πεζοπόροι αιώνων τα άνοιξαν με τα βήματά τους περνώντας από τα πιο βατά σημεία της κάθε διαδρομής. Τα πιο πολυσύχναστα μονοπάτια, εκείνα που οδηγούν σε κεντρικά, κομβικά σημεία, μοναστήρια, μύλους, πηγάδια, πηγές οι άνθρωποι τα έστρωσαν κάποτε με λειασμένες πέτρες, μικρές ή μεγάλες, τα έκαναν καλντερίμια. Είναι πολύ όμορφη η αισθητική των χτισμένων καλντεριμιών. Όταν βρίσκονται κοντά στους οικισμούς ή στα μοναστήρια είναι συνήθως ασπρισμένα με ασβέστη. Μετά από ώρες στα κατσάβραχα, άμα πατήσεις σε αυτά νομίζεις ότι πατάς σε βελούδινη μοκέτα. Πολλά απ’ αυτά τα καλντερίμια είναι αρχαία. Σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των Κυκλάδων με μινωική χάρη. Η απόσταση ανάμεσα στο κάθε σκαλοπάτι και ανάμεσα στην κάθε στροφή της κορδέλας είναι πάντα σοφά μελετημένη ώστε να σε κουράζει όσο το δυνατόν λιγότερο. Ανάλογα βέβαια και με το σχήμα του εδάφους. Κάποιες απότομες ανηφοριές μπορεί να γίνουν πολύ κουραστικές και ιδίως όταν τις κατεβαίνεις.
Στις μέρες μας πολλά σημεία των πρώην καλοστρωμένων καλντεριμιών έχουν χαλάσει και έχουν γίνει σωροί από ασταθείς πέτρες. Είναι κάπως δυσάρεστο να βαδίζεις πάνω τους ισορροπώντας, ενώ οι πέτρες μετακινούνται ή κυλούν κάτω από τα πόδια σου. Μετά από εκείνα τα σημεία, ακολουθούν συνήθως τα στενότερα μονοπάτια που δεν έχουν ποτέ στρωθεί. Πατημένοι, στενοί διάδρομοι ανάμεσα στα αγριόχορτα και τα βοτάνια. Είναι φορές που σε σημεία τους η βλάστηση τα έχει καλύψει ή ο χρόνος τα έχει χαλάσει εντελώς. Πότε πότε συναντάς τα σημάδια κάποιου προηγούμενου που πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Ένα σπασμένο κλαδάκι, ένα πεταμένο κουτί τσιγάρων παλιάς μάρκας απ’ αυτές που καπνίζουν ακόμα οι γέροι αγωγιάτες στα νησιά, καβαλίνες μουλαριού, ίχνη σκυλιού είναι σημάδια ότι δεν έχεις χάσει το μονοπάτι, δεν κινδυνεύεις να βρεθείς σκαρφαλωμένος στις ακόμα στενότερες και πιο απόκρημνες διόδους των κατσικιών. Τα στενά αυτά σημεία των μονοπατιών είναι εκείνα που συνήθως περνούν και από τις πιο εντυπωσιακές τοποθεσίες. Καμιά φορά είναι και τα πιο επικίνδυνα σημεία, αν τυχόν είσαι από κείνους που φοβούνται το ύψος.
Θυμάμαι κάποτε πόσο είχε τρομάξει ένας φίλος που είχε έρθει μαζί μας. Είχε ανέβει άφοβα το μονοπάτι ως την κορφή. Καθώς όμως επιστρέφαμε κατηφορίζοντας την ίδια διαδρομή, σε κάποιο απόκρημνο σημείο κοίταξε προς τα κάτω και μόλις συνειδητοποίησε το ιλιγγιώδες ύψος στο οποίο περπατούσαμε πανικοβλήθηκε. Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή χρειάστηκε να του τραγουδάω, για να ξεχνάει τον φόβο του και να περπατά.
Όταν ανηφορίζεις δεν μπορείς συγχρόνως να τραγουδάς, εκτός κι αν πηγαίνεις με πολύ αργό ρυθμό. Αλλιώς λαχανιάζεις. Στις κατηφόρες όμως και καθώς τα πνευμόνια και κατ’ επέκταση και ο εγκέφαλος έχουν ήδη οξυγονωθεί στο έπακρο, θες να τραγουδάς, να φωνάζεις, να χορεύεις, να στροβιλίζεσαι στα αλώνια. Έρχονται όμως στιγμές που το μονοπάτι σού επιβάλει να ελέγξεις και να συγκρατήσεις αυτή την υπέροχη εκστατική φόρα, για να μη βρεθείς στο κενό… Δυσάρεστο συμπέρασμα ζωής αυτό…
Οι έμπειροι πεζοπόροι και οι αναρριχητές το ξέρουν και στο λένε όμως. Η κατηφόρα, ενώ φαντάζει πιο εύκολη, είναι πιο δύσκολη από την ανηφόρα και θέλει πιο πολύ προσοχή. Και τα γόνατα, μετά από… κάποια ηλικία πονάνε στις απότομες κατηφόρες. Είναι κι αυτό ένα μέρος της εκπαίδευσης που σου προσφέρουν τα μονοπάτια. Απλά και ρεαλιστικά, σε προετοιμάζουν εγκεφαλικά για την αναπόφευκτη φθορά του σώματος και των δυνάμεών του. Συγχρόνως όμως σου δείχνουν και το αντίδοτο. Δεν πάει να φθείρεται το σώμα. Ο νους όλο και πλουταίνει από τις όλο και πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες που σωρεύονται σαν θησαυρός.
Όταν κουράζονται τα πόδια μου και φτάνουν να πονάνε, προσπαθώ να φανταστώ ότι αυτά τα δυο πόδια δεν είναι παρά οι υπηρέτες του κεφαλιού μου. Είναι εκείνα που κοπιάζουν ώστε εγώ να μπορώ βλέπω, να ακούω, να μυρίζω και να αισθάνομαι ωραία πράγματα. Ο μυικός πόνος εξαφανίζεται τότε. Απλά τον παρατηρώ, σαν να συμβαίνει σε κάποιον άλλο. Το είχα σκεφτεί αυτό το κόλπο περπατώντας στα μονοπάτια και το εφάρμοζα χρόνια πριν αρχίσω την γιόγκα. Αυτή η προεργασία με βοήθησε αργότερα πολύ στις δύσκολες και τις κοπιαστικές ασάνας.
Εξάσκηση του νου και του σώματος λοιπόν. Και παρατηρήσεις και συμπεράσματα και εκλάμψεις και γνώση. Ευελιξία και ευεξία, αντοχή και σοφία. Ευτυχία. Είναι μερικά από τα ανεκτίμητα δώρα που σού δίνουν τα μονοπάτια, όταν τα περπατάς.
Όμως… κουράστηκα.
Και έτσι όπως κατεβαίνουμε αυτό εδώ το τέλεια στρωμένο και συντηρημένο τελευταίο μέρος του μονοπατιού με τα φαρδιά σκαλοπάτια, τυχαίνει συνεχώς το κατέβασμα του κάθε ενός σκαλιού να πέφτει στο ίδιο πόδι και κατά συνέπια και το βάρος μου να πέφτει κάθε φορά στο ίδιο μου γόνατο, το δεξί. Μόλις ένιωσα τη μικρή σουβλιά που προλέγει ότι σε λίγο, αν συνεχίσω έτσι, θα εξελιχτεί σε πόνο. Όμως δεν καταλαβαίνω τίποτα πια.
Ζεσταμένη και υπερ-οξυγονωμένη μετά από το οχτάωρο τρανς, τινάζω το δεξί μου πόδι μπροστά με μια αργή, τρεμουλιαστή κλωτσιά, για να χλαρώσω τον μυ και να στείλω προς το πονεμένο γόνατο τους εσωτερικούς εκείνους χυμούς, τα μυστικά ναρκωτικά του σώματος που δρουν ως φυσικό παυσίπονο. Με έκπληξη διαπιστώνω εκείνη τη στιγμή ότι κάνοντας αυτήν την κίνηση, μου βγαίνει αθέλητα και εντελώς αυθόρμητα μια απ’ τις κλασσικές και χαρακτηριστικές εκείνες χορευτικές φιγούρες των παραδοσιακών χορευτών. Συνειδητοποιώ ότι το περπάτημα στα καλντερίμια, εκτός των άλλων, σε μαθαίνει και με τον πιο φυσικό τρόπο να χορεύεις. Σκάμε στα γέλια με τον Στάθη, καθώς επαναλαμβάνω την κίνηση, μιμούμενη κωμικά ένα βαρύ τσάμικο πάνω στις βελούδινες πέτρες του καλντεριμιού. Πιανόμαστε χέρι χέρι και αρχίζουμε να χορεύουμε μαζί στο φαρδύ καλντερίμι ξεκαρδισμένοι στα γέλια, ενώ ο ήλιος απέναντι δύει πίσω απ’ τα βουνά της Δονούσας.
Υστερόγραφο.
Σκέφτομαι κείνον τον λαϊκό ζωγράφο του προηγούμενου αιώνα, ανάπηρο απ’ τη μέση και κάτω, που ζούσε σε έναν απομακρυσμένο ορεινό οικισμό του νησιού στη μέση της μακρόστενης κορυφογραμμής. Τον φαντάζομαι μέσα από μια σκουληκότρυπα του χρόνου να μας παρακολουθεί που χορεύουμε ξέγνοιαστοι στο φαρδύ καλντερίμι με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, ενώ κατηφορίζουμε προς το χωριό για να ετοιμαστούμε για τον παγανιστικό επιτάφιο, Μεγάλη Παρασκευή του 2009.
Τον βλέπω να σέρνεται πάνω στα χέρια του μέχρι το σημείο όπου οι λείοι βράχοι στέκουν κάθετοι σαν έτοιμο καναβάτσο ζωγράφου και όπως το συνήθιζε, λένε, να λαξεύει πάνω τους με λαχτάρα δυο ανθρώπινες φιγούρες που χορεύουν πιασμένες χέρι χέρι, αποθανατίζοντας με την τέχνη του όλη τη χαρά της ζωής. Για να θυμίζουν οι φιγούρες αυτές σε κάθε διαβάτη που περνά από κει και τις βλέπει, ότι όσο είμαστε όρθιοι και γεροί και περπατάμε πάνω στα δυο μας πόδια, οφείλουμε να είμαστε απέραντα ευγνώμονες και ευτυχισμένοι για αυτό το χάρισμα που από συνήθεια το θεωρούμε, όμως δεν είναι, δεδομένο.
Ευχαριστώ λοιπόν την τύχη ή την Φύση, ή την Ενέργεια, ή τον Θεό, ή ότι άλλο τέλος πάντων, για το πολύτιμο αυτό δώρο κι ευχαριστώ τον πατέρα μου που από μικρή με έμαθε να αγαπώ και να απολαμβάνω τα ωραία τοπία, την φύση, τα παλιά καλντερίμια και τα μονοπάτια.
Κρίστη Στασινοπούλου
Αμοργός, Μεγάλη Βδομάδα του 2009